Η Μάχη του Σκρα – Ο “εκ του συστάδην και δια της λόγχης” αιματηρός θρίαμβος του Ελληνικού στρατού.

Σαν σήμερα, στις 17 Μαΐου 1918 (30 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο), ο ελληνικός στρατός νίκησε τον βουλγαρικό στην περιοχή Σκρα του Κιλκίς,  κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε η σπουδαιότερη απ’ όσες μάχες έγιναν την άνοιξη εκείνης της χρονιάς στο Μακεδονικό Μέτωπο και η πρώτη εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων σε μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση.

«Θρίαμβος της ελληνικής λόγχης», τιτλοφορούσε ο Τύπος την πρώτη και νικηφόρα εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων στη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων συμπληρωνόταν και από αμέτρητα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα που εξυμνούσαν τους Έλληνες στρατιώτες. Το «Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης» που είχε δημιουργηθεί από τον Ε. Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη, υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, έδωσε το Μάιο του 1918 την πρώτη κρίσιμη μάχη του στο πλευρό της Αντάντ.

Η «Αντάντ» ή «Τριπλή Συνεννόηση» ήταν η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας που συγκρούστηκε στο Α’ παγκόσμιο πόλεμο με την συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας. Στο πλευρό των Γερμανών συμπαρατάχθηκαν και οι Βούλγαροι οι οποίοι ότι δεν μπόρεσαν να καταφέρουν στους Βαλκανικούς πολέμους, προσπάθησαν να το κερδίσουν σε εδάφη στο Α΄παγκόσμιο. Στην αρχή του πολέμου ο αγγλογάλλοι εξαιτίας των ισχυρών βουλγαρικών δυνάμεων στη περιοχή, δεν μπόρεσαν να συνενωθούν με τις σύμμαχες σερβικές δυνάμεις και αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν νότια των ελληνικών συνόρων. Έτσι τον Δεκέμβριο του 1915 δημιούργησαν το λεγόμενο «Περιχαρακωμένο Στρατόπεδο Θεσσαλονίκης», όπου παρέμεναν μέχρι νεωτέρας εντολής.

Η Μάχη του Σκρα έγινε το τελευταίο χρόνο του πολέμου σε υψόμετρο 1.097 μέτρα, δυτικά του ποταμού Αξιού στον νομό Κιλκίς. Ήταν πρώτη μεγάλη αναμέτρηση στο λεγόμενο μακεδονικό μέτωπο στο οποίο οι αγγγλογάλλοι πολέμησαν μαζί με τον ελληνικό στρατό.

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν. Τα τμήματα εφόδου πολέμησαν με λόγχες και χειροβομβίδες και διακρίθηκαν σε μάχες σώμα με σώμα.

Η επίθεση του ελληνικού στρατού 17 Μαΐου 1918

Στη περιοχή αυτή οι κεντρικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει από το 1915 και ήταν ενισχυμένες με ανθεκτικά καταφύγια και συρματοπλέγματα. Το ύψωμα  ήταν ισχυρά οχυρωμένο και είχε εξοπλιστεί με πολυβόλα και όλμους. Οι Βούλγαροι διέθεταν 88 πυροβόλα στην περιοχή του χωριού Ούμα και 52 στην περιοχή της Γευγελής.

Ο στρατηγός Γκιγιομά, που μόλις είχε διαδεχτεί τον στρατηγό Σαράιγ στη Θεσσαλονίκη, εκπόνησε σχέδιο γενικής επίθεσης το οποίο θα εκτελούσαν από κοινού Γάλλοι και Έλληνες: Μια Γαλλική Μεραρχία και το ελληνικό Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, που αποτελούνταν από τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, τη Μεραρχία Κρήτης και τη Μεραρχία Σερρών. Η ελληνική δύναμη διέθετε 14.546 στρατιώτες στο πεζικό, τους οποίους υποστήριζαν 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα, ενώ οι Βούλγαροι διέθεταν πέντε συντάγματα πεζικού, υποστηριζόμενα από ισχυρό πυροβολικό. Εφεδρεία θα ήταν το 1ο Σύνταγμα Αφρικανών στον Αρχάγγελο.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ ΧΑΡΤΗΣ
Το σχέδιο του στρατηγού Γκιγιομά προέβλεπε επίθεση σε δύο χρόνους, με εναλλαγή συνταγμάτων. Κατά τον πρώτο θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα και κατά τον δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς-Σερφ Βολάν.

Η κατάληψη των υψωμάτων

Η επίθεση ξεκίνησε στις 16 Μαΐου 1918. Η βροχή και τα σύννεφα ευνοούσαν την επίθεση, καθώς με αυτές τις συνθήκες τα εχθρικά παρατηρητήρια δεν είχαν καλή ορατότητα. Η μεραρχία Αρχιπελάγους μέσα σε μιάμιση ώρα από τη στιγμή της έναρξη της επίθεσης κατάφερε να καταλάβει τα υψώματα Σκρα ντι Λέγκεν, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν, δίνοντας σκληρές μάχες. Την ίδια ώρα εξόρμησε η μεραρχία Κρήτης εναντίον των υψωμάτων στα ανατολικά του Σκρα και μέχρι το μεσημέρι κατελήφθησαν όλες οι προβλεπόμενες θέσεις. Η μεραρχία Σερρών κατέλαβε τα υψώματα Λαγκαδιά–Σαγράδα–Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Επιπλέον, προσέφερε βοήθεια στην μεραρχία Αρχιπελάγους, όταν εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κατάληψη του υψώματος Τουμουλούς. Συνολικά, τα κέρδη της επίθεσης ήταν η προώθηση του συμμαχικού μετώπου σε βάθος 2 χλμ. και σε πλάτος 13 χλμ. Συνελήφθησαν 1.835 Βούλγαροι αιχμάλωτοι και λεηλατήθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.

Η νίκη των Ελλήνων στη μάχη του Σκρα ήταν πανηγυρική. Το τίμημα ωστόσο υπήρξε βαρύ.Οι απώλειες της μάχης ήταν 2.204 τραυματίες, 164 αγνοούμενοι και 441 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο ταγματάρχης του πρώτου τάγματος του πέμπτου συντάγματος της μεραρχίας Αρχιπελάγους, Βασίλειος Παπαγιάννης. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία ανέλαβε το κύριο μέρος της επίθεσης. Οι νεκροί για τους αντιπάλους υπολογίζονται σε περίπου πεντακόσιους άνδρες.

Μνημείο της μάχης του Σκρα με τους πεσόντες. Δεξιά η προτομή του ταγματάρχη Βασιλείου Παπαγιάννη που ήταν ο πρώτος αξιωματικός της μεραρχίας Αρχιπελάγους που έπεσε στη μάχη.

Η αναγνώριση από τους Συμμάχους και οι διακρίσεις.

Η νικηφόρα έκβαση στη μάχη του Σκρα εντυπωσίασε τους συμμάχους καθώς οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να διασπάσουν την βαριά οχύρωση των βουλγαρικών δυνάμεων. Η μάχη του Σκρα ήταν η πρώτη επιχείρηση του στρατηγού Γκιγιομά στο μέτωπο. Πρώτη και νικηφόρα. Ο στρατηγός Γκιγιομά εξύμνησε τον ελληνικό στρατό για τη περήφανη νίκη του και το χαρακτήρισε «πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας». Με εντολή του ο διοικητής του 1ου Συντάγματος Σερρών,ταγματάρχης Κονδύλης Γεώργιος, προήχθη σε αντισυνταγματάρχης και παρασημοφορήθηκε από τους Γάλλους με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, από τους Βρετανούς με το παράσημο του Λευκού Αετού μετά ξιφών και από την Ελλάδα με τον Πολεμικό Σταυρό Α’ Τάξεως. Το ίδιο συνέβη και με τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Με μια άλλη ακόμη διαταγή του, ο Γκυγιομά εγκωμίασε τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, που είχε αναλάβει την κυρία προσπάθεια. Στην ίδια διαταγή τόνιζε ότι ήταν υπερήφανος που διοικούσε τέτοιους αξιωματικούς και οπλίτες. Τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα που στέλνονταν για τη θριαμβευτική νίκη ήταν αμέτρητα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεχόταν ευχές για «την απαράμιλλη ανδρεία του στρατού του», ενώ ο στρατηγός Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης συγχαρητήρια για τη «λαμπρή νίκη των ελληνικών δυνάμεων».

Ο θρίαμβος στη μάχη του Σκρα συνέβαλε σημαντικά στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο, εξασφάλισε την εμπιστοσύνη των συμμάχων στον ελληνικό στρατό και αναπτέρωσε το ηθικό της διαιρεμένης Ελλάδας.

 

Source: Η Μάχη του Σκρα – Ο “εκ του συστάδην και δια της λόγχης” αιματηρός θρίαμβος του Ελληνικού Πεζικού – ArmyNow.Net

Η ηρωική Έξοδος του Μεσολογγίου. 10 Απριλίου 1826

F

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γω στο χέρι;
Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

(Απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους
του Διονύσιου Σολωμού)

Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα και τη νικηφόρα πορεία της επανάστασης στην Ελλάδα, ο κίνδυνος να χαθούν εδάφη για την Οθωμανική αυτοκρατορία, να δημιουργηθεί ανεξάρτητο κράτος στα δυτικά και να πάρει φωτιά ολόκληρη η Βαλκανική είναι πλέον ορατός για τον Σουλτάνο. Τον Μάρτη του 1823 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ ζητά από τον ημιαυτόνομο πασά της Αιγύπτου, τον Μοχάμετ Αλι, να αναλάβει την καταστολή της ελληνικής επανάστασης με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κρήτης και το πασαλίκι της Συρίας.

Στην αρχή ο Μαχμούτ ζητά από τον Μοχάμετ Αλι να καταστείλει την κρητική εξέγερση. Την άνοιξη του 1823 μια μοίρα του αιγυπτιακού στόλου και μερικά συντάγματα αποβιβάζονται στα Χανιά. Γρήγορα καταστέλλουν την εξέγερση και αμέσως ανταμείβεται με το πασαλίκι της Κρήτης και της Κύπρου.

Στις 16 Γενάρη 1824 ένα φιρμάνι του σουλτάνου αποκαλεί τον Μοχάμετ Αλι «εξολοθρευτή των Απίστων» και του αναθέτει να «ειρηνεύσει» την Ελλάδα για λογαριασμό της Πύλης.

Ο πασάς της Αιγύπτου, σε αντίθεση με την Πύλη, διαθέτει σύγχρονο στρατό εκπαιδευμένο και οργανωμένο στα ευρωπαϊκά πρότυπα, με πολλούς Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς να υπηρετούν στο στρατό και το ναυτικό του. Ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση της μοναρχίας στη Γαλλία, καταδιωκόμενοι, κυρίως , καρμπονάροι και αντιμοναρχικοί επαναστάτες βρήκαν καταφύγιο στον Αίγυπτο.

Στις 17 Ιούλη 1824, ο Ιμπραήμ, θετός γιός του Μοχάμετ Αλι, με επιτελάρχη τον Γάλλο συνταγματάρχη Σεβ, ο οποίος ονομάζεται πλέον Σουλεϊμάν πασάς, αποπλέει από την Αλεξάνδρεια με 51 πολεμικά πλοία, εκατόν σαράντα έξι μεταγωγικά, 18.000 άνδρες (24 τάγματα πεζικού – 10 πυροβολαρχίες) και 800 άλογα (15 ίλες ιππικού). Μετά από επιχειρήσεις, σε συντονισμό με τον τουρκικό0 στόλο, στα νησιά του Αιγαίου, Κάσος, Ψαρά, Κρήτη κλπ, αποβιβάζεται στις 12 Φλεβάρη 1825, στη Μεθώνη. Η επιχείρηση κατάληψης της Πελοποννήσου είχε αρχίσει.

Τραγική ειρωνεία είναι ότι στρατευμένοι κάτω από τις σημαίες της πιο σκοτεινής μοναρχίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιμοναρχικοί δημοκρατικοί αξιωματικοί και στρατιώτες, ρίχτηκαν στη μάχη για να καταπνίξουν τη τελευταία εστία που είχε απομείνει από την φωτιά που είχε ανάψει ο διαφωτισμός στην Ευρώπη.

Το τουρκοαιγυπτιακό σχέδιο για να πετύχει, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Μοριά, απαιτούσε την οργάνωση επιδρομών και επιθέσεων στη Ρούμελη στις πόλεις και περιοχές που κατείχαν οι επαναστατημένοι Ελληνες. Βασικοί στόχοι η Αθήνα, ανατολικά, και το Μεσολόγγι δυτικά.

Το Μεσολόγγι βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων από την κήρυξη της επανάστασής του, στις 20 Μάη 1821. Πρώτη φορά το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε για δυο μήνες, τον Νοέμβρη του 1822, όταν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Ρεσίτ Μεχμέτ, γνωστός ως Κιουταχής, επιτέθηκαν στη πόλη και την πολιόρκησαν μέχρι που αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι στις 31 Δεκέμβρη 1822.

Στις 15 Απρίλη 1825 ο Κιουταχής Ξεκινάει από τα Γιάννενα με 20.000 Αρβανίτες και στις 17 Απρίλη κύκλωσε το Μεσολόγγι. Η πολιορκία είχε ξεκινήσει.

Από τη στεριά το Μεσολόγγι προστατευόταν από ένα χωματότοιχο και από τέσσερις προμαχώνες. Οι Μεσολογγίτες, μετά την πρώτη πολιορκία, με την καθοδήγηση του μηχανικού Κοκκίνη, είχαν ενισχύσει καλά τα αμυντικά χαρακώματα. Πίσω από την τάφρο και το χαράκωμα της πρώτης γραμμής, άνοιξαν μια δεύτερη τάφρο κι ακόμα ένα χαράκωμα.  Επίσης ήταν οχυρωμένα και τα νησάκια της λιμνοθάλασσας που σχηματίζεται μπροστά από την πόλη.

Υπήρχαν και 48 κανόνια στο κάστρο, 2 όλμοι, 2 βομβιβόλοι και 4.000 πολεμιστές που ενισχύονταν από τους πολίτες. Υπήρχαν ακόμα και 12.000 γυναικόπαιδα μέσα στο Μεσολόγγι.

Ο Κιουταχής ξεκίνησε μαζικές επιθέσεις και βομβαρδισμούς, επιχείρησε και στενό αποκλεισμό από τη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Μιαούλης με τον ελληνικό στόλο μπόρεσε αρκετές φορές και έσπασε τον αποκλεισμό και τροφοδότησε τους ηρωικούς υπερασπιστές του Μεσολογγίου με τρόφιμα και πυρομαχικά. Οι πολιορκούμενοι κατάφεραν και οργάνωσαν αντεπιθέσεις , όπως εκείνη στις 24 Ιούλη 1825, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της ανατολικής Ρούμελης – κυρίως με τον Καραϊσκάκη – βγήκαν από το κάστρο και χτύπησαν το τουρκικό στρατόπεδο, ενώ ο Καραϊσκάκης χτυπούσε από την έξω μεριά αναγκάζοντας τον Κιουταχή που έχασε πολύ στρατό να τραβηχτεί στο διάσελλο του Ζυγού και να περάσει στην άμυνα.

Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ που πήρε νέες ενισχύσεις και νέες υποσχέσεις από τον Σουλτάνο, περνά από το Ρίο στη Στερεά με 10.000 στρατό. Ετσι από τις 25 Δεκέμβρη ενώνεται με το στρατό του Κιουταχή και ξαναρχίζουν οι επιθέσεις.

Η πείνα

Από τις αρχές του 1826 η άμυνα των Μεσολογγιτών άρχισε να κλονίζεται. Ο αποκλεισμός εντάθηκε, η πείνα άρχισε να γίνεται πιεστική. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, οι τραυματίες έμεναν δίχως φάρμακα. Στις 7 Γενάρη ο Ανδρέας Μιαούλης έσπασε τον αποκλεισμό κι έφερε τρόφιμα, πυρομαχικά και φάρμακα. Τον ξανάσπασε μερικές φορές ακόμα μέχρι τα μέσα του Γενάρη.

Στις 25 Φλεβάρη πέφτει στα χέρια των πολιορκητών το νησάκι Βασιλάδι. Η πείνα έγινε αφόρητη, άρχισε να θερίζει του πολιορκημένους.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει:

«Από τα μέσα του Φλεβάρη σε πολλά σπίτια έλειψε το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβαρένα τη λέγανε, που γιατροπόρευε τον άρρωστο αδερφό μου Μήτρο, τέλειωσε την τροφή της και μυστικά, μαζί με δυο άλλε φαμελιές, σφάξανε ένα γαϊδουράκι και το φάγανε. Τους πέτυχα την ώρα που το τρώγανε. Τους ρώτησα που βρήκατε το κρέας και τρόμαξε η ψυχή μου άμα άκουσα πως είτανε γαϊδούρι,

Μια συντροφιά αγωνιστές από τα Κράβαρα είχανε ένα σκύλο και κρυφά τονε σφάξανε και τον μαγείρεψαν. Μαθεύτηκε κι αυτό.

Μέρα τη μέρα αβγάτιζε η πείνα κ’ έπεσε η πρόληψη να μην τρώνε ακάθαρτα κι άρχισαν πια ολοφάνερα να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, ακόμα και να τα πουλάνε μια λίρα την οκά – και ποιος να πρωτοπάρει! Τρεις μέρες περάσανε και πάνε κι αυτά τα ζά.»

Ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» περιγράφει:

«Ο συνεργάτης  του Κου Γ. Μεσθενέα, τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν και έβαλεν τον ψυχογιόν του Στουρνάρη και εσκότωσεν άλλην μία. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους και εις ολίγας ημέρας γάτα δεν έμεινεν. Ο Αγιομαυρίτης ιατρός εμαγείρευσεν τον σκύλον του… Οι στρατιώτες  πλέον αυθαδίασαν και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάτα εύρισκαν εις τον δρόμον. Αλογα δεν είχαν μείνει… Αρχίσαμε, περί τας 15 Μαρτίου ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θάλασσας, το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα… Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν…»

Η Έξοδος του Μεσολογγίου, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

Η έξοδος

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πολιορκημένοι απελπίστηκαν. Οι παπάδες δεν άδειαζαν να πηγαινοέρχονται στα νεκροταφεία και οι νεκροθάφτες να σκάβουν.

Στις 31 Μάρτη, σε μυστική σύσκεψη, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν την έξοδο. Την αυγή, στις 9 Απρίλη, μαζεύτηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες και να βρουν τρόπο να ειδοποιήσουν τον κόσμο χωρίς να τους πάρουν είδηση οι εχθροί. Στη σύσκεψη πήραν μέρος οι ανώτεροι αξιωματικοί, τα κεφάλια του τόπου και ο αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ.

Υστερα από μια ώρα διαβουλεύσεων αποφάσισαν:

να σκοτώσουν καθένα που είτε από δειλία είτε από φιλοζωία θα μπορούσε να τους προδώσει

να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους, Τούρκους και χριστιανούς και όποιον είχε ο καθένας κοντά του και τον υποψιαζόταν.

Οι αποφάσεις εκτελέστηκαν αμέσως. Υστερα συζήτησαν για τις οικογένειές τους και τα μικρά παιδιά που σίγουρα θα κλαίγανε την ώρα της εξόδου και θα έβαζαν σε κίνδυνο όλη την επιχείρηση. Ομόφωνα πήραν την σκληρή απόφαση:

«Αποφάσισαν όλοι να σκοτώσουμε όλες τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά, δίχως να χαριστούμε σε κανέναν, για να μη φανερωθούμε από τις φωνές τους και δε μείνει ούτε ψυχή ζωντανός, κι ούτε, έτσι, να πέσουν σκλάβοι στα χέρια του εχθρού. Μα όπως θα λιγοψυχούσε κάθε πατέρας κι αδερφός, συμφώνησαν να σφάξει ο ένας τ’ αλλουνού τη φαμελιά».

Τότε σηκώθηκε συγκινημένος ο Αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ και είπε:

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον να θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάρα του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων – και το αίμα των αθώων να πέσει στα κεφάλια σας!»

Με τις κατάρες και τα λόγια του το ξανασκέφτηκαν και αποφάσισαν να ποτίσουν αφιόνι τα μικρά παιδιά ώστε να ζαλιστούν και να κοιμηθούν βαριά.

Για τους πολύ γέροντες, του πληγωμένους και τους αρρώστους, 600 περίπου άτομα, αποφάσισαν να παραμείνουν στην πόλη, να οχυρωθούν στα πιο γερά σπίτια και να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους, αφού δεν είχαν καμιά πιθανότητα να επιζήσουν.

Η έξοδος ορίστηκε για το βράδυ του Σαββάτου προς Κυριακή των Βαΐων, 10 Απρίλη 1826, δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου. 3.000 περίπου μαχητές και 6.000 γυναικόπαιδα χωρισμένοι σε τρία σώματα με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτρη Μακρή βγήκαν από το κάστρο. Τους ακολουθούσαν οι γυναίκες που φόρεσαν αντρικά ρούχα και κρατούσαν το όπλο στο χέρι, μαζί με τα παιδιά και τους γέροντες.

Ξεχύθηκαν οι απελπισμένοι ελεύθεροι πολιορκημένοι να περάσουν μέσα από τις τουρκοαιγυπτιακές γραμμές. Θερίστηκαν αλλά και σκόρπισαν το θάνατο ανοίγοντας δρόμο με τα σπαθιά τους. Μια κολώνα από τις τρεις, εκείνη με τα περισσότερα γυναικόπαιδα, δεν τα κατάφερε. Κάποιος φώναξε «Πίσω! Πίσω!» δημιουργήθηκε σύγχυση, έσπασε το σώμα στα δυο και οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στη πόλη.

Από τους 3.000 μαχητές, 1.700 έπεσαν νεκροί. Μόλις 1.300 σώθηκαν. Από τους αμάχους, 5.000 σκοτώθηκαν μέσα στη νύχτα. Πέρασαν μόνο 13 γυναίκες μαζί με 3 – 4 παιδιά.

Άλλα 6.000 γυναικόπαιδα στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης και της Αλεξάνδρειας.

Οι Τούρκοι μπήκαν στο Μεσολόγγι. Οδομαχίες και πόλεμος σπίτι με σπίτι. Οι πολιορκημένοι έβαζαν φωτιά στο μπαρούτι, όταν δεν μπορούν ν’ αμυνθούν άλλο. Σκοτώνονταν, παίρνοντας μαζί τους όσους περισσότερους από τους εχθρούς μπορούσαν.

Η θυσία του Καψάλη, πίνακας του Θεόδωρου Βρυζάκη

Ο Χρίστος Καψάλης, πρόκριτος και μπαρουτοκαπνισμένος μαχητής και στις δυο πολιορκίες, οχυρώθηκε στο σπίτι που είχε μετατρέψει σε μπαρουταποθήκη. Πολέμησε παλικαρίσια αλλά οι Τούρκοι ήταν αμέτρητοι.  Όταν τελικά μπήκαν μέσα, οι κλεισμένοι καταλαβαίνουν πως έφτασε η ύστατη στιγμή. Ο Καψάλης με αναμμένο δαδί πλησιάζει τα μπαρουτοβάρελα, βάζει φωτιά κι ανατινάχτηκε στον αέρα, παίρνοντας μαζί του κι όσους από τους εχθρούς είχαν πλησιάσει.

Το πρωί, κάθε αντίσταση είχε καμφθεί. Το Μεσολόγγι είχε πέσει. Ύψωσαν την τουρκική σημαία στις 11 Απρίλη του 1826.

Σαν ξημέρωσε η 13 του Απρίλη είκοσι σπίτια μείνανε όλα κι όλα όρθια στο Μεσολόγγι. Στις πλατείες στα χαντάκια, στα στενοσόκακα χιλιάδες οι σκοτωμένοι και στη λιμνοθάλασσα πλέουν αμέτρητα κουφάρια.

Ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ βγάζουν το τελευταίο τους μπουγιουρντί: να μαζευτούν όλα τα κουφάρια, να σκαφτούν οι τάφοι, να ξεθάψουν τους νεκρούς, να κάνουν σωρούς για να τα κάψουν. Προηγουμένως όμως βάζουν ανθρώπους να κόβουν και να μαζεύουν τα αφτιά των νεκρών, τα αρμαθιάζουν και τα παστώνουν με αλάτι μέσα σε βαρέλια για να στείλουν πεσκέσι στον Σουλτάνο κι απόδειξη για το πόσο μεγάλη ήταν η εξολόθρευση των γκιαούρηδων που πήγαν να χαλάσουν το δοβλέτι. Μάζεψαν έτσι τρεις χιλιάδες ζευγάρια αυτιά.

Μπαίνουν τέλος στο Μεσολόγγι ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ, συνοδευόμενοι από τους ξένους αξιωματικούς και από τους Πρόξενους στην Πάτρα της Αγγλίας, ο Φίλιπ Τζέιμ Γκρην, και της Αυστρίας, ο αβάς Δον Μικαρέλι, που έτρεξαν, μόλις μάθανε ότι έπεσε το Μεσολόγγι, να συγχαρούν τους πασάδες.

«Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγίου», σημειώνει ο Φωτιάδης. «Μήτε τα τόσα ασκέρια, μήτε οι τόσες αρμάδες, μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων, μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα, που κανείς αντρειωμένος δεν τη νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι».

Η νίκη αυτή στο Μεσολόγγι και η κατάληψη της Αθήνας που ακολούθησε, έμοιασε να σημαίνει το τέλος της εξέγερσης. Αντίθετα όμως αυτή η σφαγή ταρακούνησε τους λαούς του κόσμου και σήμανε την αρχή της τελικής επικράτησης της Ελληνικής Επανάστασης.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

— Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορια της Ελλάδας» τόμος Χ, Εκδόσεις 20ος αιώνας.
–Δημήτρη Φωτιάδη, «Το Μεσολόγγι», Εκδόσεις Δωρικός.
– Νικολάου Κασομούλη, «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 – 1833», Χορηγία Παγκείου Επιτροπ0ής, Αθήναι 1941
— Ζιλμπέρ Σινουέ, «Μοχάμετ Αλι – ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου», εκδόσεις Ψυχογιός

Source: Η ηρωική Εξοδος του Μεσολογγίου | Ημεροδρόμος

6-10 Απριλίου 1941. Η Μάχη των Οχυρών της «Γραμμής Μεταξά»  «Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται»

Ξεδιπλώνοντας το κουβάρι της ιστορίας , οι μνήμες γυρίζουν πίσω, , όταν οι Έλληνες στρατιώτες ,υπερασπιστές των οχυρών, γραφούν με κιμωλία στο τοίχο “Στις Θερμοπύλες σκοτώθηκαν οι 300, εδώ θα πεθάνουν οι 80”. Τόσοι ήταν περίπου, μέσα στο οχυρό, με τους περισσότερους εξ αυτών, να είναι τραυματισμένοι και αποκαμωμένοι από το τελευταίο πεντάμηνο που έζησαν στο αλβανικό μέτωπο εναντίον των Ιταλών. Ο πολυάριθμος γερμανικός αντίπαλος με τον υπερσύγχρονο πολεμικό εξοπλισμό, δεν τους φόβισε, τους ώθησε ως αγρίμια να υπερασπίσουν την πατρίδα τους με άπλετη αυτοθυσία και αξιοπρέπεια μέχρι την τελευταία στιγμή. «Τα οχυρά καταλαμβάνονται, δεν παραδίδονται» ήταν το «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» του διοικητή του οχυρού Ρούπελ, Τχη Γεώργιου Δουράτσου στην απαίτηση των Γερμανών για παράδοση του οχυρού Ρούπελ.

Το Χρονικό της μάχης του οχυρού Ρούπελ (6 – 9 Απριλίου 1941)

Στις 6 Απριλίου 1941 τις 5:12 π.μ. γερμανικές, ιταλικές και ουγγρικές στρατιωτικές δυνάμεις επιτίθενται κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ τρία λεπτά αργότερα αρχίζει η γερμανική επίθεση εναντίον της χώρας μας στο μέτωπο Ανατολικής Μακεδονίας (Γραμμή Μεταξά) και Θράκης, μετά την επίδοση τελεσιγράφου από τους Γερμανούς στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή. Η οχυρωματική Γραμμή Μεταξά, με μήκος 170 χλμ., εκτεινόταν από τον ποταμό Νέστο ως το όρος Κερκίνη (Μπέλες) κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία και την υπερασπιζόταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), το οποίο αποτελούσαν οι 7η, 14η και 17η Μεραρχίες Πεζικού υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου. Οι οχυρώσεις ήταν σχεδιασμένες να διαθέτουν φρουρά άνω των 200.000 στρατιωτών, όμως λόγω της έλλειψης προσωπικού το συνολικό μέγεθος της φρουράς που υπερασπιζόταν τα οχυρά ήταν περίπου 70.000 άντρες, έχοντας ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών. Το Ρούπελ, το Ρονπέλιον των Βυζαντινών, είναι το μεγαλύτερο οχυρό της “Γραμμής Μεταξά” και ελέγχει την ομώνυμη στενωπό, που σχηματίζεται από τον ρου του Στρυμόνα, ανάμεσα στα βουνά Κερκίνη (Μπέλες) και Άγγιστρο. Το υπεράσπιζαν 27 αξιωματικοί και 950 στρατιώτες με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Δουράτσο, παρότι προβλεπόταν δύναμη 44 αξιωματικών και 1353 οπλιτών.

6 Απριλίου Ρούπελ

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική καθώς η ελληνικές δυνάμεις στερούσαν από αεροπορική κάλυψη. Ελάχιστα λεπτά αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις από αεροσκάφη στούκας, στόχος τους εκτός από το οχυρό ήταν και το Κέντρο Αντίστασης Καπίνας.

Στα ανατολικά του αριστερού υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου έδρασαν τα γερμανικά τάγματα ΙΙ/125 & ΙΙΙ/125, όπου σύμφωνα με το σχέδιο της επίθεσης έπρεπε πρώτα να καταλάβουν το ύψωμα 350 στο διάκενο των οχυρών Ρούπελ-Καρατάς. Για να μην καταληφθεί το ύψωμα πολέμησαν, η διμοιρία του φυλακίου Κούλας, και του 3ου λόχου προκάλυψης. Εκμεταλλευόμενοι τις πτυχώσεις του εδάφους, οι Γερμανοί έφθασαν σε απόσταση 200 μ. από τα έργα του οχυρού Ρούπελ. Οι υπερασπιστές του οχυρού μαζί με την βοήθεια του Καρατάς και του πυροβολικού κατάφεραν να αποκρούσουν και της τρεις επιθέσεις του τάγματος. Οι Γερμανοί του ΙΙ/125 τάγματος υποβλήθηκαν σε παρόμοιες δοκιμασίες, αλλά ήταν ο μόνος πραγματικός κίνδυνος για τις ελληνικές δυνάμεις καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα. Από τους 100 άντρες πέρασαν οι 60 με μια ομάδα βαρέων πολυβόλων και μια ομάδα διαβιβαστών. Οι υπόλοιποι λόχοι του τάγματος γνώρισαν την καταστροφή. Ο 5ος λόχος σχεδόν διαλύθηκε. Ο 8ος λόχος κατάφερε να περάσει τα ξημερώματα της 7ης Απρίλη και να ενωθεί με τα υπόλοιπα τμήματα, το μεσημέρι , με πολύ μεγάλες απώλειες.

7 Απριλίου

Την αυγή του 7ης Απριλίου συγκροτήθηκαν τρεις περίπολοι του Ρούπελ με αποστολή την εκκαθάριση της περιοχής από τους εχθρούς και την αποκατάσταση της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτής της περιπολίας ήταν η σύλληψη 14 αιχμαλώτων με τρεις συσκευές ασυρμάτου και δύο όλμους. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, ήταν σφοδροί, με τα στούκας να χρησιμοποιούν βόμβες 500 κιλών. Η υποχώρηση των Γερμανών και οι μικρές απόλυες των Ελλήνων υπερασπιστών ανύψωσαν το ηθικό των Ελλήνων , που υποδεχόντουσαν την « κόλαση» με ζητωκραυγές.

Η παρουσία των Γερμανών στα νότια του οχυρού Ρούπελ σήμανε συναγερμό σ τις ελληνικές δυνάμεις. Η διμοιρία αρμάτων που θα ενεργούσε με το απόσπασμα του Παπαχατζή δεν χρησιμοποιήθηκε λόγω εδαφικών δυσχερειών. Εναντίων των Γερμανών που είχαν καταλάβει το παρατηρητήριο της 7ης πυροβολαρχίας στο ύψωμα Τεπελάρ κινήθηκαν δύο διμοιρίες του 3ου λόχου υπό των Νιάνου και Παπαχατζή υπό τον ανθυπολοχαγού Καρατζά. Μετά από ολοήμερη μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους Γερμανούς στο ύψωμα Γκολιαμά, ανάμεσα στο χωριό Κλειδί και το λόφο Λουτρών.

8 Απριλίου

Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Οι Γερμανοί του ΙΙΙ/125 τάγματος ετοιμάστηκαν για νέα επίθεση με τρεις ομάδες εδάφους και μία διμοιρία σκαπανέων. Για το σκοπό αυτό ενισχύθηκε με δύο διμοιρίες του 13ου και 14ου λόχου. Οι απώλειες του οχυρού την ημέρα αυτή ήταν ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες οπλίτες ενώ οι υλικές ήταν ελάχιστες. Σημαντικές, αντίθετα, ήταν οι απώλειες του εχθρού. Πιο σοβαρή ήταν η κατάσταση στα νότια του οχυρού αφού το ΙΙ/125 γερμανικό τάγμα ενισχύθηκε από την κάθοδο των γερμανών δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Στρυμόνα.

9 Απριλίου

Το οχυρό Ρούπελ υπέστη βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας και την ημέρα αυτή. Μέχρι το μεσημέρι οι βομβαρδισμοί ήταν μικρής έντασης αλλά από τις 14:00 μετατράπηκαν σε σφοδρούς. Στις 12:30, όμως, όταν επρόκειτο να εφορμήσουν τα τμήματα κρούσης, το ελληνικό πυροβολικό εξαπέλυσε στους χώρους εξόρμησης το φονικό πυρ και προκλήθηκαν πολλές και βαριές απόλυες στους Γερμανούς. Μετά από αυτό τα γερμανικά τμήματα άρχισαν να οπισθοχωρούν. Οι απώλειες του οχυρού ήταν πέντε νεκροί και έντεκα τραυματίες. Στις 17:00 προσήλθαν Γερμανοί κήρυκες για να γνωστοποιήσουν την συνθηκολόγηση του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας ( ΤΣΑΜ) ζητώντας την παράδοση του οχυρού.

Douratsos_Georgios

Ο διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι «τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα στερούμενος άλλων διαταγών». Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Το οχυρό επικοινώνησε με τη Μεραρχία όπου κοινοποίησε την συνθηκολόγηση. Η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστεί.

Την επομένη μέρα, 10 Απριλίου 1941, έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα και απέδωσαν τιμές. Ο εντεταλμένος για την παραλαβή του οχυρού Γερμανός αξιωματικός συγχάρηκε τον διοικητή του, Ταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, διαβεβαιώνοντας τα συγχαρητήρια και το θαυμασμό των ανωτέρων του. Τόνισε μάλιστα ότι για τους Γερμανούς αποτελούσε τιμή και υπερηφάνεια ότι είχαν ως αντίπαλο έναν τόσον ηρωικό στρατό. Οι απώλειες της φρουράς του οχυρού Ρούπελ ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες.

«… “Ρόδα φυτέψτε αμάραντα ολόγυρα στο χώμα, Υμνώντας τους Αθάνατους ,που κείτονται από κάτω, Εκείνοι το αίμα έδωκαν ,Λεύτεροι Εμείς να ΖΟΥΜΕ” » αναγράφει η τιμητική μαρμάρινη πλάκα φτάνοντας στην κορυφή του Ρούπελ, με τα απομεινάρια των γερμανικών κανονιών να βρίσκονται στους πρόποδες του δοξασμένου λόφου.

Σύμφωνα με την Ιστοσελίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το Οχυρό ”Ιστίμπεη” αποτελούσε τμήμα του συγκροτήματος των Οχυρών της Μακεδονίας. Η δύναμη του Οχυρού ήταν 10 Αξιωματικοί και 300 Οπλίτες. Ο διαθέσιμος οπλισμός ήταν 2 πυροβόλα , 1 αντιαρματικό , 1 αντιαεροπορικό , 2 όλμοι , 26 πολυβόλα, 9 οπλοπολυβόλα και 17 βομβιδοβόλα. Επιπλέον ο ατομικός οπλισμός των ανδρών. Το Οχυρό ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” είχε 30 επιφανειακά έργα και 2.297 μ. υπογείων στοών, που αποτελούσαν ένα στεγανό σύνολο.

Στις 05.15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν στη Βουλγαρία, χωρίς να τηρηθούν τα συνήθη διπλωματικά έθιμα του τελεσιγράφου και της παροχής προθεσμίας προς απάντηση, εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος. Άρχισε ο βομβαρδισμός του Οχυρού ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” με πυροβολικό διαφόρων διαμετρημάτων, ενώ συγχρόνως πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, ταγμένα επί της μεθορίου, σε αποστάσεις 250 έως 600 μέτρων από αυτή, έβαλαν εναντίον των φατνωμάτων των πολυβολείων.

Την 06:00 το πρωί, πολυάριθμα σμήνη αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως άρχισαν να σφυροκοπούν την επιφάνεια του Οχυρού, καταστρέφοντας το μοναδικό αντιαεροπορικό πολυβολείο, που μέχρι τη στιγμή εκείνη είχε καταρρίψει τέσσερα εχθρικά αεροπλάνα.

Μία ώρα μετά , αφού σταμάτησε ο βομβαρδισμός, ο εχθρός επιτέθηκε με πυκνά κύματα πεζικού. Διεξάγεται σκληρός αγώνας και ολόκληρα εχθρικά τμήματα αποδεκατίζονται. Περίπου στις 8.οο το πρωί, ο εχθρός κατορθώνει να θέσει πόδα επί της επιφανείας του Οχυρού. Προς ανακούφιση των αμυνομένων, διετάχθη το μεσημέρι αντεπίθεση, η οποία τελικά απέτυχε λόγω της τεράστιας υπεροχής του εχθρού σε πυροβολικό και αεροπορία. Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες, οι Γερμανοί, εισέρχονται στο εσωτερικό του Οχυρού, αλλά μετά από αιματηρό αγώνα εκμηδενίζονται.

Το πρωί της 7ης Απριλίου, βρήκε το Οχυρό ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” να συνεχίζει το σκληρό και επικό αγώνα του. Όλα τα επιφανειακά έργα του Οχυρού έχουν καταστραφεί. Επανειλημμένες απόπειρες των Γερμανών, για κάθοδο εντός των στοών, αποκρούονται με βαριές απώλειες.

Κατόπιν αυτού, οι Γερμανοί φράσσουν τα φατνώματα των πολυβολείων και των υπολοίπων έργων, διοχετεύουν αποπνικτικά αέρια και κατορθώνουν να δημιουργήσουν ανυπόφορη κατάσταση . Οι άνδρες δυσχεραίνονται να αναπνεύσουν και προ της απειλής του θανάτου από ασφυξία, ο Διοικητής του Οχυρού Ταγματάρχης Πικουλάκης Ξάνθος , στις 04.00 το μεσημέρι, διατάσσει την παράδοσή του.

Οι απώλειες κατά το διήμερο αγώνα των υπερασπιστών του Οχυρού, ανήλθαν σε 30 νεκρούς και 70 τραυματίες, ενώ των Γερμανών ήταν πολλαπλάσιες.

Η πτώση του οχυρού Ιστίμπεη σήμανε την προέλαση των Γερμανών στην κοιλάδα του Στρυμώνα. Οι Γερμανοί εισέρχονται στο Σιδηρόκαστρο και δίνεται διαταγή εγκατάλειψης της ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης των Σερρών. Για τον ηρωισμό και τη γενναιότητα των υπερασπιστών του Οχυρού ”Ιστίμπεη”, εκφράσθηκαν με θαυμασμό οι Γερμανοί και δήλωσαν απερίφραστα, ότι εάν δεν διέθεταν συντριπτική υπεροχή σε αεροπλάνα, άρματα και αντιαρματικά πυροβόλα, η πτώση του Οχυρού θα ήταν αδύνατη.

Στις 10 Απριλίου 1941, στην πόλη των Σερρών, οι Γερμανοί τοιχοκολλούν προκήρυξη στα γερμανικά, βουλγαρικά και ελληνικά, με την οποία δηλώνουν ότι αγαπούν τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους και δεν έρχονται ως εχθροί, αλλά ως ελευθερωτές της Ελλάδος από τους Άγγλους.

___1_~1

Πολεμική σημαία του Ρούπελ μετά τη μάχη. Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. 

Ακόμα και μετά την παράδοση της Γραμμής Μεταξά από τον Αντιστράτηγο Μπακόπουλο, μεμονωμένα φρούρια συνέχισαν να μάχονται για μέρες και δεν κατελήφθησαν παρά μόνο όταν χρησιμοποιήθηκε βαρύ πυροβολικό εναντίον τους. Ουσιαστικά, όμως, η Γραμμή Μεταξά περισσότερο παραδόθηκε, λόγω της υπερφαλάγγισης και της κύκλωσής της από τους Γερμανούς, παρά κατέρρευσε.

Source: 77 χρόνια μετά την θρυλική Μάχη των Οχυρών της «Γραμμής Μεταξά» (6-10 Απριλίου 1941) – Kalavrytapress

Ποια ήταν η ΕΟΚΑ; 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας της

Η Κύπρος γιορτάζει σήμερα την 59η επέτειο από την έναρξη του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών). Η 1η Απριλίου 1955 ήταν η ημέρα που οι Βρετανοί κατακτητές της Μεγαλονήσου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις αντάρτικες ομάδες που οργάνωσε ο Κύπριος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας ο οποίος πήρε το ψευδώνυμο «Διγενής». Ο Γρίβας κουβαλούσε στη πλάτη του το στίγμα της δράσης του ως ηγέτης της οργάνωσης «Χ», η οποία είχε κατηγορηθεί για συνεργασία με τους Γερμανούς στην Ελλάδα και για έντονη αντικομμουνιστική δράση την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Στόχος του αγώνα που ξεκίνησε η ΕΟΚΑ στη Κύπρο ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η οποία τελικώς δεν επετεύχθη καθώς ο αγώνας κατέληξε με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, η οποία αποδείχθηκε θνησιγενής, αφού οι συμφωνίες περιείχαν τον σπόρο του διχασμού και της αντιπαράθεσης μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, με την συνέχιση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας μέσω των κυρίαρχων βάσεων.

Την 1η Απριλίου 1955 μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα όλες οι πόλεις της Κύπρου ξύπνησαν από τις δυνατές εκρήξεις. Μέλη της ΕΟΚΑ είχαν οργανώσει δολιοφθορές σε στόχους βρετανικών συμφερόντων. Πρώτος νεκρός ο μαθητής Μόδεστος Παντελής ο οποίος σκοτώθηκε από ηλεκτροπληξία ενώ προσπαθούσε να κόψει ηλεκτροφόρα σύρματα, ώστε να διακόψει τον φωτισμό σε βρετανική βάση και να γίνει η επίθεση.

Πρώτος καταζητούμενος ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος υπήρξε και ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ. Ήταν από τους λίγους αντάρτες με στρατιωτική εμπειρία καθώς είχε υπηρετήσει ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Ελλάδα. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου είχε ίσως το πλέον ηρωικό τέλος από τους ήρωες της ΕΟΚΑ. Μετά από προδοσία εντοπίστηκε το κρησφύγετο του κοντά στο Μοναστήρι του Μαχαιρά. Αφού έβγαλε έξω από το κρυσφύγετο τους συναγωνιστές του έμεινε μόνος του και έδωσε μάχη επί 8 ώρες σκοτώνοντας δεκάδες Άγγλους. Τελικώς για να τον εξουδετερώσουν έριξαν βενζίνη με ελικόπτερα και τον έκαψαν ζωντανό.

Ηρωική μορφή που ξεχώρισε ήταν και αυτή του Κυριάκου Μάτση ο οποίος επίσης εντοπίστηκε σε κρησφύγετο το οποίο είχε προδοθεί. Όταν οι Βρετανοί του ζήτησαν να βγει, αυτός απάντησε ότι θα το έκανε μόνο πυροβολώντας. Τότε τον σκότωσαν με χειροβομβίδες που έριξαν στο κρησφύγετο.

Τα τέσσερα χρόνια του αγώνα γράφτηκαν σελίδες απίστευτου ηρωισμού με τους Βρετανούς να οδηγούν στην αγχόνη και να εκτελούν νεαρά παιδιά που συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ. Καραολής, Δημητρίου, Πατάτσος, Παναγίδης… Όλοι στάθηκαν μπροστά στην αγχόνη ψέλνοντας τον εθνικό ύμνο και φωνάζοντας ζήτω η Ελλάδα. Ο τελευταίος που απαγχονίστηκε ήταν ο 18χρονος μαθητές Ευαγόρας Παλληκαρίδης, στον οποίο η σημερινή Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ αρνήθηκε να δώσει χάρη. Οι απαγχονισθέντες για να αποφευχθούν οι λαϊκές αντιδράσεις θάφτηκαν μέσα στο χώρο των φυλακών που σήμερα έχουν γίνει τόπος προσκυνήματος με την ονομασία «Φυλακισμένα Μνήματα».

Πολιτικός ηγέτης της ΕΟΚΑ υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ενώ μέλη της οργάνωσης διετέλεσαν οι μετέπειτα πρόεδροι Σπύρος Κυπριανού, Γλαύκος Κληρίδης και Τάσσος Παπαδόπουλος. Στον αγώνα δεν συμμετείχε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου το ΑΚΕΛ και γιατί το ίδιο δεν επιθυμούσε αλλά και γιατί ο Γρίβας ως αντικομμουνιστής το θεωρούσε επικίνδυνο.

Σήμερα σε όλες τις πόλεις της Κύπρου πραγματοποιούνται δοξολογίες και εκδηλώσεις για την επέτειο της 1ης Απριλίου με την υπενθύμιση ότι ο αγώνας για ένωση με την Ελλάδα δεν επιτεύχθηκε, παρά το ότι στο δημοψήφισμα του 1950 το 97% των Κυπρίων είχε ταχθεί υπέρ της ενσωμάτωσης της Μεγαλονήσου στον ελληνικό κορμό. Υπέρ της ένωσης είχαν ψηφίσει ακόμα και οι Τουρκοκύπριοι.

1.    Μαθητικές διαδηλώσεις στη Λευκωσία εναντίον των Άγγλων

2.    Ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας «Διγενής»

3.    Τα Φυλακισμένα Μνήματα στις Κεντρικές φυλακές στη Λευκωσία δίπλα στην αίθουσα των εκτελέσεων.

4.    Η εφημερίδα «Ελευθερία» για την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ

5.    Βρετανοί ξυλοκοπούν στον δρόμο Κύπριους που έγραφαν συνθήματα και μοίραζαν φυλλάδια

6.    Ο πολιτικής ηγέτης της ΕΟΚΑ Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο στρατιωτικός αρχηγός Γεώργιος Γρίβας

7.    Στο δημοψήφισμα του 1950 το 97% ψήφισε υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα


 

 

Source: Ποια ήταν η ΕΟΚΑ; 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας της

Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας.  

Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας 2019 και η ιστορία της 8ης Μαρτίου | Newsit.gr

Γιατί γιορτάζουμε σήμερα, 8 Μαρτίου, την Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας; Τον ρόλο της γυναίκας στη σύγχρονη κοινωνία; Τους αγώνες των γυναικών της 8ης Μαρτίου; Ποιες είναι οι προσδοκίες και ποια η πραγματικότητα για τη γυναίκα σε όλον τον κόσμο; Όλα ξεκίνησαν στις 8 Μαρτίου του 1857. Τότε, έγινε μια μεγάλη διαμαρτυρία από εργάτριες κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Υόρκη, με αίτημα τις καλύτερες συνθήκες εργασίας. Ντυμένες στα λευκά οι γυναίκες ζητούσαν ανθρώπινες συνθήκες δουλειάς και μείωση των ωρών εργασίας.

Υπολογίζεται ότι οι γυναίκες εκείνη την εποχή δούλευαν στα εργοστάσια περίπου 16 ώρες τη μέρα ενώ οι μισθοί τους ήταν σημαντικά μικρότεροι απ’ τους μισθούς των ανδρών.

Στα αιτήματα των εργατριών της Νέας Υόρκης περιλαμβανόταν και η μείωση των ωρών εργασίας στις 10, αλλά και η εξίσωση των μισθών ανδρών και γυναικών. Οι αστυνομικές δυνάμεις ρίχνονται με μανία πάνω στις εργάτριες, οι διαδηλώσεις βάφτηκαν στο αίμα, ενώ οι εργοδότες προχώρησαν σε ομαδικές απολύσεις.

Η πρώτη Διεθνής Ημέρα της Γυναίκας γιορτάστηκε το 1909 με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος των ΗΠΑ και υιοθετήθηκε δύο χρόνια αργότερα από τη Σοσιαλιστική Διεθνή. Ο εορτασμός για τη γυναίκα καθιερώθηκε ύστερα από πολύχρονη καθυστέρηση το 1910 με πρόταση της Γερμανίδας σοσιαλίστριας Clara Zetkin κατά τη διάρκεια της Δεύτερης Διεθνούς ενώ εορτάσθηκε για πρώτη φορά το 1911.

Μετά την επικράτηση της Οκτωβριανής Επανάστασης στη Ρωσία, η φεμινίστρια Αλεξάνδρα Κολοντάι έπεισε τον Λένιν να καθιερώσει την 8η Μαρτίου ως επίσημη αργία. Η Παγκόσμια Ημέρα της γυναίκας ξεκίνησε ως ένας εορτασμός στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, της Ρωσίας, καθώς και του πρώην σοβιετικού μπλοκ.

Η Γιορτή της Γυναίκας στην Ελλάδα

Η πρώτη απεργία εργατριών στην Ελλάδα έγινε στον Πειραιά. Συγκεκριμένα, έλαβε μέρος στο εργοστάσιο υφαντουργίας των αδελφών Ρετσίνα. Η εν λόγω υφαντουργία είχε αποφασίσει να μειώσει τους μισθούς των γυναικών από 80 σε 60 λεπτά. Η πρώτη γυναικεία εφημερίδα, η «Εφημερίδα των Κυριών» κυκλοφόρησε το 1887. Η εφημερίδα πρόβαλλε θέματα που αφορούσαν στο δικαίωμα στην εκπαίδευση και την εργασία.

Το 1952 χορηγήθηκε στις Ελληνίδες δικαίωμα ψήφου και το 1955 απέκτησαν ευρύτερα πολιτικά δικαιώματα. Ωστόσο, εξακολούθησαν να βρίσκονται σε ισχύ νομικές διακρίσεις εις βάρος τους στην οικογένεια και στην εργασία, που είχαν ενσωματωθεί στον Αστικό Κώδικα του 1946. Τα αστικά και κοινωνικά δικαιώματα των γυναικών παρέμειναν περιορισμένα μέχρι την καθιέρωση της ισότητας των φύλων στο Σύνταγμα του 1975 και την αναμόρφωση του οικογενειακού δικαίου τη δεκαετία του 1980.

 

Source: Παγκόσμια Ημέρα Γυναίκας 2019: Αφιέρωμα Google Doodle

H ιστορία της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης + (VIDEO)

Ιερά Θεολογικὴ Σχολή της Χάλκης ήταν η κύρια θεολογική σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, πριν κλειστεί από τις τούρκικες αρχές το 1971. Οι εγκαταστάσεις της σχολής βρίσκονται στο νησί Χάλκη, ένα από τα Πριγκηπονήσια.

Iερά Θεολογικὴ Σχολή της Χάλκης ήταν η κύρια θεολογική σχολή του Οικουμενικού Πατριαρχείου Κωνσταντινούπολης, πριν κλειστεί από τις τούρκικες αρχές το 1971. Οι εγκαταστάσεις της σχολής βρίσκονται στο νησί Χάλκη, ένα από τα Πριγκηπονήσια.

Η σχολή στεγαζόταν αρχικά στη σταυροπηγιακή Μονή της Αγίας Τριάδας, στη Χάλκη, η οποία είχε ιδρυθεί από τον Πατριάρχη Φώτιο Α΄ της Κωνσταντινούπολης (858-861 και 878-886). Το 1844, ο Πατριάρχης Γερμανός Δ΄ κατά την πρώτη του πατριαρχεία (1842-1845), ίδρυσε το 1843 θεολογική Σχολή στις εγκαταστάσεις της μονής της Αγίας Τριάδας, την οποία και εγκαινίασε το αμέσως επόμενο έτος στις 13 Σεπτεμβρίου 1844. Όλα τα κτήρια εκτός από ένα παρεκκλήσι καταστράφηκαν στο μεγάλο σεισμό που συνέβη στη Κωνσταντινούπολη στις 28 Ιουνίου του 1894 με συνέπεια να διακοπεί η λειτουργία της. Μετά από εκτεταμένες επισκευές και αναστηλώσεις από τον αρχιτέκτονα Περικλή Φωτιάδη, διάρκειας 17 μηνών, η σχολή με νέο πλέον κτίριο εγκαινιάστηκε στις 1 Οκτωβρίου του 1896. Σημαντική ανακαίνιση έγινε στη δεκαετία του ’50.

Πολλοί Ορθόδοξοι θεολόγοι, ιερείς, επίσκοποι και πατριάρχες φοίτησαν στην Ιερά Θεολογική Σχολή της Χάλκης, συμπεριλαμβανομένου και του Πατριάρχη Βαρθολομαίου. Οι φοιτητές στη Χάλκη περιλάμβαναν όχι μόνο γηγενείς Έλληνες, αλλά και Ορθόδοξους Χριστιανούς από όλο τον κόσμο, προσδίδοντας στη σχολή έναν διεθνή χαρακτήρα. Επίσης, πολλοί πατριάρχες, επίσκοποι και πρώην δάσκαλοι έχουν ταφεί σε ειδική περιοχή του κήπου.

Οι θεολογικές εγκαταστάσεις περιλαμβάνουν το Παρεκκλήσιo της Αγίας Τριάδoς, κοιτώνες, αναρρωτήριο, γραφεία, και την πανεπιστημιακή βιβλιοθήκη η οποία κατέχει σημαντική ιστορική συλλογή βιβλίων, περιοδικών και χειρογράφων.

Το 1971 η σχολή έκλεισε εξαιτίας ενός τουρκικού νόμου που απαγόρευε τη λειτουργία ιδιωτικών πανεπιστημίων. Το 1998 η επιτροπή ιδιοκτητών της σχολής διατάχθηκε να διαλυθεί, αλλά διεθνής κριτική έπεισε την Άγκυρα να ακυρώσει τη διαταγή.

Η Χάλκη έχει λάβει διεθνή προσοχή τα τελευταία χρόνια. Τον Οκτώβριο του 1998, το Κογκρέσο των ΗΠΑ υποστήριξε την επαναλειτουργία της Χάλκης. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει αναφέρει επίσης το ζήτημα στις διαπραγματεύσεις για την τουρκική προσχώρηση στην ΕΕ. Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπιλ Κλίντον επισκέφτηκε την Χάλκη στην επίσκεψή του στην Τουρκία το 1999 και ζήτησε από τον Τούρκο Πρόεδρο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ να επιτρέψει την επαναλειτουργία της σχολής.

Τον Αύγουστο του 2011, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Ερντογάν αποφάσισε με διάταγμα ότι τα ακίνητα και τα θρησκευτικά κτίρια του Οικουμενικού Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης, τα οποία κατασχέθηκαν στο παρελθόν πρέπει να επιστραφούν προς το Οικουμενικό Πατριαρχείο της Κωνσταντινούπολης.[1] Τον Σεπτέμβριο του 2011 ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Προύσης Ελπιδοφόρος διορίστηκε Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγίας Τριάδος Χάλκης.

Τον Ιανουάριο του 2013, ανέφερε η τουρκική εφημερίδα Today’s Zaman ότι το τουρκικό Συμβούλιο Ιδρυματων επέστρεψε 190 εκτάρια γης πρός το ίδρυμα της Μονής της Αγίας Τριάδος. Το εν λόγω ίδρυμα είναι ο ιδιοκτήτης της Θεολογικής Σχολής της Χάλκης. Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της γης βρίσκεται στο χώρο της Θεολογικής Σχολής.

Έτσι το Οικουμενικό Πατριαρχείο ελπίζει ότι οι υποσχέσεις από την τουρκική κυβέρνηση ότι θα επιτραπεί η επαναλειτουργία της Χάλκης θα τηρηθούν.

Πολλές σημαντικές προσωπικότητες της Εκκλησίας έχουν αποφοιτήσει από τη Σχολή μεταξύ των οποίων:

•ο Αιμιλιανός Λαζαρίδης, Mητροπολίτης Γρεβενών με σημαντική δράση για τον Ελληνισμό της Μακεδονίας που μαρτύρησε το 1911.
•ο Προκόπιος Ικονίου, άγιος και μάρτυρας (1923).[4]
•ο Χρυσόστομος Σμύρνης, άγιος και μάρτυρας (1922).

Η Μάχη του Κιλκίς 19-21 Ιουνίου 1913

 

marathon addict uk

The Highs and Lows of a Marathon Addict

Υπέρβαση

Όλη η αλήθεια για το τι μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.

Βιβλιαράκι

Η προσωπική μου βιβλιοθήκη

OSINT

Mister X - Experienced in OSINT and military analysis. Authors of Spanish weaponry in Yemen. También en español.

MyDistanceLog

Έμψυχον και αεικίνητον

HelMilBooks

Hellenic Military Books

Panos Maltezos Blog

Μια διαδρομή ζωής

Olympic Solution

Η λύση στη κρίση

Ιδιαίτερα μαθήματα ξένων γλωσσών

Εκμάθηση γλωσσών στον χώρο σας

Πόντος και Αριστερά

....... 'μώ τον νόμο σ' !

Συμβουλές Μάρκετινγκ

Αναπτύξτε έξυπνα την επιχείρησή σας

Feltor's Blog

Ανθολογία ιδεών, κειμένων και ενημέρωση

ΜΕΤΩΠΟ ΟΧΙ

Μέτωπο ενάντια στη διαφθορά, για την ουσιαστική αλλαγή του πολιτικού και πολιτιστικού σκηνικού

%d bloggers like this: