Η ιστορία του Αυστραλού στρατιώτη και της ελληνικής σημαίας από την Κοζάνη

 

Στις εγκαταστάσεις της νέας Κοβενταρείου Βιβλιοθήκης Κοζάνης, στον χώρο του υπογείου όπου ξεναγήθηκε το ΑΠΕ-ΜΠΕ και φυλάσσονται οι θησαυροί, τα κειμήλια, τα παλαίτυπα, οι χάρτες και οι γκραβούρες που χρονολογούνται από το 14ο αιώνα, ξεχωριστή θέση έχει μια ελληνική σημαία που κατά τη διάρκεια της εισβολής των Ναζί στην Κοζάνη βρισκόταν στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο της πόλης αλλά στη συνέχεια εξαφανίσθηκε χωρίς να ξέρει κανείς κάτι.

Χρειάστηκε να περάσουν 19 χρόνια για να μαθευτεί τι απέγινε το εθνικό μας σύμβολο από τον άνθρωπο που το χάραμα της 13ης Απριλίου 1941 την έβαλε στο σάκο του προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των Γερμανών.

Η σημαία περιπλανήθηκε μαζί με τον κάτοχό της σε όλα τα μέτωπα του πολέμου, από την ελληνική ύπαιθρο, στο Κρητικό και Λιβυκό Πέλαγος έως και τον Ειρηνικό Ωκεανό.

Πρόκειται για τον στρατιώτη Reginald Tresise της 6ης Μεραρχίας του Αυστραλιανού εκστρατευτικού σώματος, όπου τον Απρίλιο του 1941 έλαβε μέρος στη μάχη του Κλειδιού στο Αμύνταιο Φλώρινας και κατά τη διάρκεια της οπισθοχώρησης έμεινε για λίγες ώρες ξεκούρασης στο βομβαρδισμένο σχολείο της Κοζάνης.

Ο νεαρός στρατιώτης είχε τη σημαία πάντα μαζί του, δεν την αποχωρίστηκε ποτέ, ακόμη και στις πιο αιματηρές μάχες που χρειάστηκε να δώσει έως το τέλος του πολέμου.

Ο Reginald Tresise με την Μεραρχία του φτάνουν στις 5 Απριλίου στον Πειραιά από το συμμαχικό Μέτωπο της Αιγύπτου και οδικώς μεταφέρεται στο μέτωπο της Φλώρινας.

Οι επιθέσεις των Ναζί ξεκίνησαν από το μεσημέρι της 11ης Απριλίου αλλά η κύρια γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 12 Απριλίου όπου και με τη βοήθεια της ελαφριάς χιονόπτωσης οι επιτιθέμενοι κατάφεραν να αποκτήσουν πλεονέκτημα. Αργά το απόγευμα η συμμαχική διοίκηση αντιλαμβανόμενη ότι δεν μπορεί να ανακόψει την δύναμη των Ναζί, δίνει το σήμα της υποχώρησης. Οι Αυστραλοί που έχουν δεχθεί τον κύριο όγκο της Γερμανικής επίθεσης θα αφήσουν και τους περισσοτέρους νεκρούς στο πεδίο της μάχης.

Ο νεαρός Reginald Tresise με ορισμένους συναδέλφους του κατά την οπισθοχώρηση κατασκηνώνουν για λίγες ώρες στο Βαλταδώρειο Γυμνάσιο. Όπως αναφέρει, το σχολείο είναι διώροφο και έχει βομβαρδιστεί από τους Ναζί «το άγαλμα προ της εισόδου του σχολείου έχει ανατιναχθεί. Στο ισόγειο του σχολείου ανάμεσα στην σκόνη, στις πέτρες του μικρού δωματίου βρίσκεται και μια σημαία από μετάξι με κρόσσια και κορδόνι».

Ο στρατιώτης εντυπωσιάζεται από την εικόνα που αντικρίζει, το σχήμα και το χρώμα της σημαίας. Προκειμένου να μην πέσει στα χέρια των ναζί που προελαύνουν προς την πόλη, αποφασίζει να την πάρει μαζί του. «Φαινόταν τόσο περήφανη, προκλητική και αλύγιστη στην σκόνη και την ακαταστασία του πολέμου. Την έβγαλα από το κοντάρι, την τοποθέτησα στο σάκο μου. Με την ιδέα να μην παραδοθεί ένα τέτοιο έμβλημα στους Γερμανούς όπου θα την έστελναν στην πατρίδα τους ως αναμνηστικό».

Οπισθοχωρώντας ανατινάζουν τη γέφυρα του Αλιάκμονα στα Σέρβια σε μια προσπάθεια να καθυστερήσουν την προέλαση των Γερμανών στον Νότο. Στις 28 Απριλίου μαζί με τους υπόλοιπους άντρες της Μεραρχίας του από την περιοχή της Μονεμβασιάς επιβιβάζεται σε βρετανικό αντιτορπιλικό με προορισμό την Κρήτη. Έκτοτε έως το τέλος του πολέμου η ελληνική σημαία του Βαλταδώρειου Γυμνασίου θα βρίσκεται στον σάκο του και δεν θα την αποχωριστεί ποτέ.

Στην Κρήτη οι μάχες που ακολούθησαν ήταν μάλλον οι πιο σκληρές του πολέμου. Ο νεαρός Αυστραλός περιγράφει με εντελώς λιτό λόγο την κόλαση που έζησε από την οποία βγήκε σώος μαζί με το φυλαχτό του, ενώ άλλοι συμπολεμιστές του, πέθαναν ή πιάστηκαν αιχμάλωτοι.

«Ο πόλεμος στην Κρήτη ήταν σφοδρότερος όσο ποτέ. Εκεί έχασα τα πάντα, αλλά κράτησα την ελληνική σημαία, δένοντας της γύρω από το σώμα μου να με ζεσταίνει. Το μόνο πράγμα με το οποίο εξήλθα της Κρήτης ήταν η σημαία και η ζωή μου».

Η σημαία για τον Tresise είναι το φυλαχτό του, το γούρι, το ιερό σύμβολο μιας πατρίδας που έδωσε σκληρή μάχη απέναντι στους ναζί, πιστεύει ακράδαντα ότι του έφερε τύχη και τον κράτησε στη ζωή. Όσοι τα κατάφεραν, πέρασαν στην Αίγυπτο, διέσχισαν τη Συρία και την Ιορδανία με κατεύθυνση τον Κόλπο για να τους παραλάβουν τα πλοία των συμμάχων να τους μεταφέρουν στην πατρίδα. Η σημαία είναι ό,τι πιο προσωπικό αντικείμενο του έχει απομείνει. Στα σύνορα Τουρκίας Συρίας οι συνοριοφύλακες Τούρκοι όταν μαθαίνουν την ιστορία της του ζητούν να την αγοράσουν. «Από την Αίγυπτο περάσαμε στην Παλαιστίνη και από κει στο Γαλλικό τομέα της Συρίας. Έδειξα τη σημαία στους Τούρκους στρατιώτες στα τουρκοσυαριανα σύνορα και τους διηγήθηκα την ιστορία της. Ήθελαν να την αγοράσουν, αλλά αρνήθηκα».

Ο Reginald Tresise μετά από ταξίδι ζωής θα βρεθεί πίσω στην πατρίδα. Αλλά τα βάσανα του δεν λένε να τελειώσουν. Ο Ειρηνικός Ωκεανός φλέγεται, γίνονται πολύνεκρες μάχες με τους Ιάπωνες τόσο στη θάλασσα όσοι και στον αέρα, στο μεγαλύτερο μέρος του Ωκεανού, ενώ ό,τι έχει απομείνει από την 6η Μεραρχία του αυστραλιανού εκστρατευτικού σώματος με ειδική εκπαίδευση ετοιμάζεται για αποστολή στη νήσο Νέα Γουινέα Παπούα. Ο νεαρός στρατιώτης λίγο πριν το τέλος του 1941 θα βρεθεί στο νησί. Μαζί του έχει πάντα το γούρι ζωής του σε μια από τις πιο φονικές μάχες του Ειρηνικού, όπου η αξία της ανθρώπινης ζωής ήταν ασήμαντη. «Αυτή η ελληνική σημαία ήταν το έμβλημα της καλής μου τύχης και την έφερα καθ’όλη την διάρκεια του αγώνα στον Ειρηνικό Ωκεανό» σημειώνει ο νεαρός στρατιώτης.

Ο αντιδήμαρχος Πολιτισμού και πρόεδρος της ΚΔΒΚ Παναγιώτης Δημόπουλος ανέφερε μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι η συγκεκριμένη σημαία «έχει πάνω της τον πόλεμο, την αλμύρα του Λιβυκού πελάγους και του Ειρηνικού Ωκεανού, τον ιδρώτα και την αγωνία της μάχης, από έναν άνθρωπο που δεν είναι Έλληνας, αλλά τελικά αποδείχτηκε ότι είναι περισσότερο από όλους μας». Πρόσθεσε δε, ότι μαζί με άλλα κειμήλια της βιβλιοθήκης, «θα αποτελούν σημαντικό μέρος της μόνιμης μουσειακής συλλογής που θα εκτεθεί στο νέο μουσείο της Βιβλιοθήκης όπου ολοκληρώνεται σε σύντομο χρονικό διάστημα».

Η αν. προϊσταμένη των Αρχείων, Μουσείων και Πινακοθηκών της Κοβενταρείου Βιβλιοθήκης Κοζάνης Ελένη Μαργαρίτη, ανοίγει για το ΑΠΕ-ΜΠΕ τον φάκελο του τεκμηρίου και με προσεκτικό τρόπο αφήνει στο τραπέζι την πάνινη συσκευασία στην οποία έως και σήμερα φυλάσσεται η σημαία που έφθασε στην Κοζάνη από τη Μελβούρνη Αυστραλίας με παραλήπτη τον τότε δήμαρχο Κοζάνης Βασίλειο Ματιάκη. Επίσης, τη χειρόγραφη λιτή επιστολή του προς τον δήμαρχο, ένα στρατιωτικό καπέλο που προέρχεται από τα προσωπικά του αντικείμενα.

«Επιθυμώ να επιστρέψω αυτήν την περήφανη σημαία στο παλιό της σχολείο διότι οι εικοσάρηδες άνδρες και γυναίκες που ήταν τότε παιδιά κατά τις δύσκολες εκείνες ημέρες, πρέπει να γνωρίσουν αυτήν τη σημαία», σημειώνει τον Ιούνιο του 1959 στην επιστολή του.

 

 

Source:   ΑΠΕ-ΜΠΕ

Ιστορικά Νέα

Μέγας Αλέξανδρος: Προσωπικότητα και αρετές. 

 

Του Σταύρου Τσερπέ*
Έχοντας υπόψη τη σκέψη περί ηγεσίας, τόσο του Πλάτωνα όσο και του Αριστοτέλη, θα ήταν δύσκολο να βρεθεί σπουδαιότερη προσωπικότητα στην ιστορία, η οποία θα συνδύαζε τις αρχές του χαρίσματος (χαρισματικός ηγέτης κατά τον Πλάτωνα), του άρχειν του εαυτού του (Σολώνια παιδευτική αρχή κατά τον Πλάτωνα) της ενέργειας (χαρισματικός ηγέτης κατά τον Πλάτωνα), του οράματος και της φιλοδοξίας του (δεσποτάδες κατά τον Αριστοτέλη), από αυτήν του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο συνδυασμός αυτός ήταν πραγματικά μοναδικός.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, ότι ο Μέγας Αλέξανδρος επηρέασε κι ενέπνευσε με τα κατορθώματά του πάρα πολλούς πολιτικούς και στρατιωτικούς αρχηγούς, μεταξύ των οποίων τον Ιούλιο Καίσαρα, τον Πομπήϊο, τον Οκταβιανό Αύγουστο, τον Μάρκο Αντώνιο, τον Αννίβα, τους Μεδίκους, τους Αψβούργους, τον Μ. Φρειδερίκο, τον Ναπολέοντα Βοναπάρτη, τον Νίλσον, τον Ουέλινγκτον, τον Δούκα του Μάρλμπορο, τον Τζώρτζ Ουάσινγκτον, τον Ρόμπερτ Λι, τον Ερβίν Ρόμελ, τον Μπέρναρντ Μοντγκόμερι, τον Νόρμαν Σβαρτσκοπφ και πάρα πολλούς άλλους.

Δεν είναι εύκολο να δoύμε μέσα από την ομίχλη αιώνων. Αλλά αν κοιτάξουμε προσεκτικά, μπορούμε να ανακαλύψουμε τα μυστικά του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μπορούμε να πάρουμε τα χαρακτηριστικά της ηγεσίας ενός από τους ευφυέστερους ηγέτες της ιστορίας και να τα προασαρμόσουμε στο σύγχρονο κόσμο.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν να ανιχνεύσουμε τη φυσιογνωμία του Αλεξάνδρου του Γ’, γιου του Φιλίππου της Μακεδονίας, του Βασιλιά και Στρατηλάτη, που έμεινε στην ιστορία με το προσωνύμιο «Μέγας».

Δεν θα ασχοληθούμε με τις λεπτομέρειες της εκστρατείας του, για την ανάλυση της οποίας έχουν καταναλωθεί τόνοι μελάνι, αλλά με τα μοναδικά στοιχεία της προσωπικότητάς του, που εντέλει συνθέτουν το χαρακτήρα του.

Θα προσπαθήσουμε να εντοπίσουμε τις αρετές, τις αρχές, τα πάθη, τις νεανικές ανησυχίες του, καθώς και όλους τους παράγοντες, που έχτισαν την μεγαλοφυΐα του.

Ωστόσο, ο Μέγας Αλέξανδρος παραμένει άγνωστος για πολλούς, οι οποίοι έχουν μόνο μια γενική και νεφελώδη γνώση της προσωπικότητος και του έργου, ενός εκ των μεγαλυτέρων ονομάτων της ελληνικής και παγκόσμιας Ιστορίας. Γνωρίζουν για το Φίλιππο και την Ολυμπιάδα, για το Βουκεφάλα, για το θρύλο της Γοργόνας, για το γόρδιο δεσμό, γενικά για τις νίκες εναντίον των Περσών, ίσως για την Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου και διατηρούν μια γενική και υποσυνείδητη πίστη στην προσωπική μεγαλοσύνη του Μακεδόνα στρατηλάτη. Αγνοούν όμως τις θαυμαστές λεπτομέρειες της ηγετικής του μορφής, της επικής του πορείας στα βάθη της Ασίας, τις μοναδικές διαστάσεις της στρατηγικής του μεγαλοφυΐας, την ατέλειωτη αλυσίδα των προσωπικών ηρωισμών του, τις ηθικές πλευρές της προσωπικής μεγαλοσύνης του και τη μοναδική πολιτιστική προσφορά του στην Οικουμένη.

Ο Αλέξανδρος υπήρξε Μέγας και συνεχίζει να είναι επίκαιρος για περισσότερα από δύο χιλιάδες τριακόσια χρόνια. Με το πολύπλευρο έργο του σφράγισε τη μοίρα του Ελληνισμού, αλλά και επηρέασε με θεμελιώδη τρόπο τις κατευθύνσεις της παγκόσμιας Ιστορίας των εθνών και των πολιτισμών. Κανένα άλλο ιστορικό πρόσωπο και κανένα άλλο ιστορικό έργο δεν επέδρασε τόσο κυριαρχικά στις καρδιές, στη φαντασία, στη σκέψη, στα πνεύματα, στις επιθυμίες και στον τρόπο ζωής των μεταγενεστέρων.

Είναι βέβαιο, ότι χωρίς αυτόν η ιστορία του κόσμου θα ήταν διαφορετική. Και μόνο το γεγονός ότι ο Χριστιανισμός διαδόθηκε και επικράτησε, έχοντας ως όργανο την ελληνική γλώσσα, είναι ενδεικτικό της κεφαλαιώδους επίδρασης, που είχε το έργο του στη πορεία της Ιστορίας. Γιατί καθιστώντας την ελληνική γλώσσα παγκόσμια γλώσσα η χριστιανική εκκλησία στα πρώτα χρόνια της δράσης της αισθάνθηκε την ανάγκη να μεταφράσει την Παλαιά Διαθήκη από την αραμαϊκή στην ελληνική και να συγγράψει την Καινή Διαθήκη στην ίδια γλώσσα, από την οποία ύστερα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες του κόσμου, καθιστώντας έτσι το Χριστιανισμό παγκόσμια θρησκεία.

Στους ελληνιστικούς χρόνους ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν ακόμα μια ζωντανή και συγκεκριμένη πραγματικότητα, που ήταν καθοριστική για την ζωή των λαών της εποχής. Στους επόμενους αιώνες αδιάλειπτα και εντυπωσιακά έγινε μύθος, πήρε διαστάσεις ασύλληπτου μεγέθους και αιχμαλώτισε τη φαντασία των λαών της Δύσης και της Ανατολής, βρίσκοντας έκφραση και αποτύπωση σε κάθε μορφή τέχνης.

Τη διάβαση του Ελλησπόντου από τον Μέγα Αλέξανδρο συνόδευαν οι ελληνικές τέχνες και επιστήμες, η ελληνική θρησκεία και γενικότερα το ελληνικό πνεύμα. Όλες οι εκφάνσεις του ελληνικού πνεύματος μεταφέρθηκαν στις χώρες που κατέλαβε, υιοθετήθηκαν από τους κατακτημένους λαούς, επηρέασαν την πολιτιστική δημιουργία των εντοπίων, αλλά και επηρεάσθηκαν από τις τοπικές, πνευματικές και θρησκευτικές παραδόσεις. Για ολόκληρους αιώνες η ελληνική σκέψη κυριάρχησε στη Μικρά Ασία, στη Βόρεια Αφρική, στην Εγγύς και Μέση Ανατολή, στις χώρες της Κεντρικής Ασίας και στην Πενταποταμία των Ινδιών. Οι Έλληνες δίδαξαν αυτούς τους λαούς, αλλά έμαθαν και από το δικό τους πολιτισμό, κάνοντας δεκτά και αφομοιώνοντας δημιουργικά μια σειρά από πολιτιστικά στοιχεία, από τη σφαίρα της τέχνης, της επιστήμης και της θρησκείας.

Όταν οι Ρωμαίοι υπέταξαν αργότερα την Ελλάδα και άπλωσαν το κράτος τους στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου και στα κράτη των διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήλθαν σε μαζική επαφή με τον ελληνικό πολιτισμό και τον υιοθέτησαν, μεταφέροντας τη γόνιμη αυτή επίδραση στις χώρες της Δύσης. Η ρωμαϊκή τέχνη πήρε τα πρότυπά της πρώτα από τη Μακεδονία, που ήταν κατά τον τέταρτο αιώνα το κέντρο της αφομοίωσης και του δημιουργικού συγκρητισμού όλων των καλλιτεχνικών τάσεων της Ελλάδας.

Η πνευματική ιστορία της ρωμαϊκής περιόδου δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια διαδικασία αφομοίωσης των πολιτιστικών στοιχείων της κληρονομιάς που δημιούργησε ο Μέγας Αλέξανδρος και μια διαδικασία μεταφοράς αυτών των στοιχείων στις χώρες της Δύσης.

Στους μεσαιωνικούς χρόνους ο Μέγας Αλέξανδρος κυριάρχησε στα πνεύματα και στις τύχες των απλών ανθρώπων και των ηγεμόνων και η μαγεία του μύθου, των άθλων και των έργων του, κυριάρχησε στη φαντασία τους, σε μια απίστευτη ποικιλία μορφών τέχνης και δημιουργίας. Τόση ήταν η επίδραση του μύθου του στη λαϊκή φαντασία, που στις χώρες της Ανατολής προσαρμόσθηκε στην τοπική ιστορία και στις τοπικές παραδόσεις. Στην Περσία αναγορεύθηκε ήρωας με το όνομα Σικαντάρ και τον φαντάσθηκαν ως αδυσώπητο τιμωρό, που στάλθηκε στη γη από τον ίδιο το Θεό. Για τους Σέρβους του μεσαίωνα υπήρξε ο ήρωας βασιλέας τους και για τους μουσουλμάνους ο πιστός προσκυνητής στη Μέκκα. Για τους Ινδούς και τους Αφγανούς ήταν ημίθεος, που τον παρουσίαζαν να κάθεται παραπλεύρως του Βούδα, να επισκέπτεται τους προφήτες και τους ιερούς τόπους της Ινδίας και να συζητά με τους Βραχμάνους γυμνοσοφιστές. Για άλλους υπήρξε Αιθίοπας ή Αιγύπτιος γιος του Διός Άμμωνος ή ακαταμάχητος πολεμιστής, που τον παρίσταναν να μάχεται δίπλα σε Κινέζους ήρωες.

Η μεσαιωνική φαντασία τον κατάταξε ανάμεσα στους μεγαλύτερους βασιλιάδες και ήρωες του αρχαίου κόσμου και οι χριστιανοί τον μεταμόρφωσαν σε υπερασπιστή της χριστιανοσύνης, ενώ το μεσαιωνικό ελληνικό κράτος τον αναγόρευσε σε προστάτη του.

Ο Μέγας Αλέξανδρος παρουσιάζεται έτσι, να έχει περάσει τις Ηράκλειες στήλες και τον απέραντο ωκεανό, να έχει συναντήσει τους αρχαίους Θεούς του Ολύμπου, να έχει αντιμετωπίσει με επιτυχία πρωτόγονες φυλές, μονόφθαλμους κύκλωπες και ανθρωπομορφικά τέρατα εξερευνώντας και καθυποτάσσοντας έτσι ολόκληρη τη γη και, αφού τέλειωσε με αυτήν, εξερεύνησε τον ίδιο τον ουρανό και τα βάθη της θάλασσας!

Με την Αναγέννηση, ο Μέγας Αλέξανδρος, ως ιστορικό πρόσωπο και ως μύθος, άρχισε πάλι να κυριαρχεί στη φαντασία των ανθρώπων αυτής και στα καλλιτεχνικά τους επιτεύγματα. H ζωή και το έργο του απετέλεσε ανεξάντλητη πηγή για ζωγράφους, γλύπτες, ποιητές και άλλους καλλιτέχνες.

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας στην Ελλάδα, τα κατορθώματα του Μεγάλου Αλέξανδρου ενδυνάμωναν και σφυρηλατούσαν το εθνικό φρόνημα και βοηθούσαν θεμελιακά στο να κρατηθεί άσβεστη η φλόγα της επιθυμίας και της πάλης για εθνική αποκατάσταση. Ο εθνομάρτυρας Ρήγας Φεραίος τύπωσε τη μορφή του Μεγάλου Αλέξανδρου και την κυκλοφόρησε το 1797, για να εξυπηρετήσει τους σκοπούς της Μυστικής Εταιρείας για την απελευθέρωση του Γένους. Παράλληλα η ρομαντική μυθιστορία της “φυλλάδας” του Μεγαλέξανδρου συνέχισε να τρέφει τη λαϊκή φαντασία των σκλαβωμένων Ελλήνων, να τους υπενθυμίζει το ένδοξο παρελθόν και να τους καλλιεργεί την επιθυμία για εθνική απελευθέρωση.

Η αδελφή του Μεγάλου Αλεξάνδρου μεταμορφώθηκε από τη λαϊκή φαντασία σε γοργόνα που διασχίζει ακατάπαυστα τις θάλασσες, ρωτά τους ναυτικούς αν ο Αλέξανδρος ζει και ικανοποιείται μόνο με την απάντηση ότι ο Αλέξανδρος “ζει και βασιλεύει και τον κόσμο κυριεύει”.

Μετά την απελευθέρωση ο Μέγας Αλέξανδρος συνέχισε φυσικά να είναι πανταχού παρών στη νεοελληνική πνευματική και πολιτιστική πραγματικότητα. Συνεχίζει και σήμερα να ασκεί μοναδική επίδραση στη νεοελληνική σκέψη, τέχνη και ζωή, όπως συμβαίνει και σ’ ολόκληρο το κόσμο, όπου ο θαυμασμός και ο ενθουσιασμός για το Μακεδόνα στρατηλάτη παραμένει πάντοτε επίκαιρος, μοναδικός και αμείωτος.

Η παγκόσμια βιβλιογραφία για τον Μέγα Αλέξανδρο είναι σήμερα ποικίλη και ανεξάντλητη. Άλλοι γράφουν για το μακεδόνα στρατηλάτη εξιδανικεύοντας τη μορφή και το έργο του, άλλοι ασχολούνται με επιμέρους πτυχές του έργου του, άλλοι βλέπουν και αξιολογούν το έργο του μέσα από ιδεαλιστικό ή μαρξιστικό πρίσμα.

Θα προσπαθήσουμε λοιπόν σε αυτή την ελάχιστη αναφορά μας, να δώσουμε παραδείγματα και στιγμιότυπα από τη ζωή του Αλέξανδρου, από τα οποία αναδύονται οι μοναδικές αρετές, που συνθέτουν την προσωπική του μεγαλοσύνη και την απίστευτη σωματική του ρώμη και αντοχή, τη μοναδική σκληραγωγία του, την άκαμπτη θέληση και το ανυπότακτο πνεύμα του, την ψυχική και πνευματική του καλλιέργεια, τη μεγαλοψυχία και γενναιοφροσύνη του ακόμα και έναντι των εχθρών, την υποδειγματική ηγετική του φυσιογνωμία, τη στρατηγική του μεγαλοφυΐα και τις πολεμικές του αρετές, καθώς και στοιχεία της ηθικής του προσωπικότητας.

Να αναδείξουμε πώς ένας άνθρωπος άλλαξε τη ζωή τόσων πολλών ανθρώπων, πώς εδραίωσε την οικουμενικότητα του ελληνισμού και πώς προώθησε το ευγενικό του όραμα για ένα νέο κόσμο, χωρίς διαφορές και προκαταλήψεις, πώς ξεπέρασε με πρωτοποριακό τρόπο τα εθνικά μίση και τάχθηκε τόσο αποφασιστικά υπέρ της γεφύρωσης των αντιθέσεων μεταξύ διαφορετικών χωρών, λαών, θρησκειών και πολιτισμών.

Πώς ο μοναδικός αυτός Μακεδόνας ξεπέρασε έμπρακτα την εδραιωμένη μέχρι τότε άποψη, ότι η ελληνική πόλη-κράτος είναι η μόνη καταξιωμένη ηθικά ανώτερη μορφή ζωής και πως μπόρεσε να συνδυάσει την αντίληψη για τη μοναδικότητα της ελληνικής παιδείας και του ελληνικού πολιτισμού με την αντίληψη για την ισοτιμία όλων των μελών του ανθρώπινου γένους.

Πρέπει επομένως να μεταφερθούμε για λίγο νοερά στην ανεπανάληπτη επική του πορεία στα βάθη της Ασίας, κατά τη διάρκεια της οποίας ο Μέγας Αλέξανδρος κάλυψε σαράντα χιλιάδες χιλιόμετρα, πολεμώντας νικηφόρα εναντίον πανίσχυρων εχθρών, αντιμετωπίζοντας αντίξοες καιρικές συνθήκες και εκτελώντας απίστευτες ορειβατικές πορείες σε αιώνια χιονισμένα βουνά, διασχίζοντας αφιλόξενα υψίπεδα και άνυδρες στέπες, διαβαίνοντας ανελέητες έρημους και πλέοντας σε άγνωστους, απέραντους ωκεανούς.

Ας ταξιδέψουμε νοερά στην περίοδο της πανηγυρικής αναγόρευσης του Μεγάλου Αλέξανδρου σε βασιλέα της Μακεδονίας, να αισθανθούμε τη νεανική ορμή του στην εξασφάλιση των συνόρων του κράτους και τη διασφάλιση της αφοσίωσης των ελληνικών πόλεων στην ιδέα του εθνικού πολέμου κατά των Περσών.

Να ζήσουμε τις συγκινήσεις της κεραυνοβόλας προέλασης του Μακεδόνα στρατηλάτη στη Μικρά Ασία και να αισθανθούμε τη χαρά και την ευφροσύνη της απελευθέρωσης των ιωνικών πόλεων και των ελληνικών νησιών από τον περσικό ζυγό. Να ακούσουμε τις νικηφόρες ιαχές και τους στεντόρειους αλαλαγμούς των Μακεδόνων και των άλλων Ελλήνων μαχητών στο Γρανικό, στην Ισσό, στην Τύρο και στη Γάζα, να βαδίσουμε μαζί με τα τροπαιούχα ελληνικά στρατεύματα στη Φοινίκη, στην Παλαιστίνη, στη χώρα του Νείλου και των Φαραώ, στη Λιβυκή έρημο και στο ιερό του Άμμωνος. Να διασχίσουμε μαζί με το εκστρατευτικό σώμα τη Συριακή έρημο, να διαβούμε τον Ευφράτη και τον Τίγρη ποταμό και να ζήσουμε τον ανυπέρβλητο θρίαμβο των ολίγων Ελλήνων εναντίον των αμέτρητων στρατιωτών του Δαρείου στον ορυμαγδό της μάχης στην πεδιάδα των Γαυγαμήλων. Να μπούμε ύστερα με τον ακατάβλητο Αλέξανδρο και τους αδάμαστους ‘Έλληνες στρατιώτες στην κοσμόπολη Βαβυλώνα, να νιώσουμε την απέραντη χαρά της εισόδου στην πρωτεύουσα Σούσα και της κατάληψης της μητρόπολης των Αχαιμενιδών Περσέπολης.

Ας περπατήσουμε με τον Μέγα Αλέξανδρο στα άγνωστα και εχθρικά υψίπεδα του Ιράν, να καλύψουμε πεζοπορώντας και πολεμώντας τις αφιλόξενες εκτάσεις της Κεντρικής Ασίας με τους σκληρούς πολεμιστές, το πολικό ψύχος και τον αφόρητο της καύσωνα.

Και να συνοδεύσουμε τον Μέγα Αλέξανδρο και το εκστρατευτικό του σώμα στη μυθώδη χώρα των Ινδών, να αντικρίσουμε τις απέραντες οροσειρές των Ιμαλαΐων, να ζήσουμε το πάθος και το όραμα του Αλέξανδρου να φτάσει στην “ανατολική θάλασσα”, όπου θεωρούσε, ότι βρισκόταν το ακραίο σύνορο του κόσμου, να καταγράψουμε τη στρατηγική μεγαλοφυΐα του Αλέξανδρου στην επική μάχη του Υδάσπη και να ζήσουμε την άρνηση των Μακεδόνων να προχωρήσουν πέρα από τον Ύφαση ποταμό.

Σας προσκαλώ να επιβιβασθούμε στο στόλο του Μεγάλου Αλεξάνδρου και να αρχίσουμε το υπέροχο αυτό ταξίδι…

*Ο κ.  Σταύρος Τσερπές είναι Αντιστράτηγος ε.α και το άρθρο (1ο Μέρος) αυτό όπως και τα λοιπά που θα φιλοξενηθούν στο Liberal είναι μέρος Μελέτης που παρουσιάστηκε στο Πανεπιστήμιο Εθνικής Άμυνας (Universitatea Nation Națională de Apărare (UNAp) Carol) της Ρουμανίας στο Βουκουρέστι.

 

Source: Μέγας Αλέξανδρος: Προσωπικότητα και αρετές

Η τελευταία νύχτα πριν την Άλωση και ο λόγος του Παλαιολόγου 

Η τελευταία νύχτα πριν την άλωση της Κωνσταντινούπολης, αποτέλεσε από την πρώτη στιγμή σημαντικό θέμα έρευνας των ιστορικών. Τι πραγματικά συνέβη, κάτω από τις συνθήκες της εποχής και υπό το βάρος της επίθεσης του οθωμανικού στρατού του Μωάμεθ του Β’. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, ο τελευταίος της δυναστείας των Παλαιολόγων και τελευταίος Αυτοκράτορας της Βασιλεύουσας, κατέχει φυσικά δεσπόζουσα θέση στις τελευταίες αυτές στιγμές. Στον τελευταίο λόγο του, το βράδυ πριν την άλωση, απευθυνόμενος στους άρχοντες, στους δημάρχους, στους εκατόνταρχους και στους βαθμοφόρους του στρατού, έκανε επίκληση στο εθνικό συναίσθημα τονίζοντας την κοινή Ελληνική καταγωγή, την παράδοση και την οικογένεια, ενώ δεν παρέλειψε -όπως ήταν λογικό- την ορθόδοξη πίστη και θρησκεία που απειλούνταν από την «ψεύτικη θρησκεία του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ».

Featured image

Ο λόγος του Παλαιολόγου, καταγράφηκε από μνήμης από τον Γεώργιο Σφραντζή, παιδικό φίλο και συνεργάτη του αυτοκράτορα, στο «Χρονικόν της Αλώσεως»:

«Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι΄αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή.

Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και, τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας. Αν λοιπόν αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα όταν πρόκειται και για τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα. Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ’όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυρράνου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας.

Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. ‘Εχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού. Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός.

Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δε θα πετύχουν τίποτα.

Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ’ όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δε διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό. Εσείς θα είστε προφυλαγμένοι μέσα από τα τείχη, ενώ εκείνοι θα βρίσκονται εκτεθειμένοι στα χτυπήματά σας όταν θα κάνουν επίθεση. Για το λόγο αυτό, αγαπητοί μου συμπολεμιστές, να είστε έτοιμοι, άφοβοι, γενναίοι και βέβαιοι για τη βοήθεια του Θεού.

Μιμηθείτε τους λίγους ελέφαντες των Καρχηδονίων, οι οποίοι έτρεψαν σε φυγή το τεράστιο ρωμαϊκό ιππικό μόνο και μόνο με την εμφάνιση και τις φωνές τους. Αφού λοιπόν αυτό το πέτυχαν μερικά ζώα χωρίς λογικό, εμείς που τα εξουσιάζουμε πρέπει να τα καταφέρουμε πολύ καλύτερα. Οι εχθροί μας είναι χειρότεροι κι από τα ζώα. Χτυπήστε τους με δόρατα, σπαθιά, τόξα και ακόντια. Φανταστείτε ότι έχετε βγεί για κυνήγι αγριοχοίρων και δώστε στους άπιστους να καταλάβουν ότι δεν έχουν απέναντί τους ζώα χωρίς λογικό, αλλά τους απογόνους Ελλήνων και Ρωμαίων που εξουσιάζουν τα ζώα.

Ξέρετε ότι ο άπιστος και εχθρός της πίστης μας σουλτάνος διέλυσε χωρίς καμιά αιτία την ειρήνη που είχαμε μεταξύ μας, αθετώντας τους όρκους που είχε δώσει. Ύστερα ήρθε στο στενό των Ασωμάτων και έχτισε ένα φρούριο για να μπορεί να προκαλεί καθημερινά ζημιές στα χωράφια, στους κήπους και στα περιβόλια μας. Έκαψε τα σπίτια μας, σκότωσε και αιχμαλώτισε όσους χριστιανούς βρήκε μπροστά του, κατέστρεψε τη φιλία μας κι έκανε συμμαχία με τους κατοίκους του Πέραν, που νιώθουν χαρά επειδή δε γνωρίζουν το μύθο του γιού του γεωργού, ο οποίος έψηνε σαλιγκάρια και τους έλεγε: «Ανόητα ζώα, τα σπίτια σας καίγονται κι εσείς τραγουδάτε».

Featured image

Ήρθε λοιπόν, αδέρφια μου, ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και είχε ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπαρθένο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων και καύχημα όλου του κόσμου. Ο άπιστος σουλτάνος όμως θέλει να υποδουλώσει την πόλη που ήταν κάποτε ένδοξη, ανθούσε σαν τριαντάφυλλο του αγρού και είχε υποτάξει ολόκληρη σχεδόν την υφήλιο: Πόντο και Αρμενία, Περσία και Παφλαγονία, Αμαζόνες και Καπαδοκία, Γαλατία και Μηδία, Κόλχους και Ίβηρες, Βοσποριανούς και Αλβανούς, Συρία, Κιλικία και Μεσοποταμία, Φοινίκη και Παλαιστίνη, Αραβία και Ιουδαία, Βακτριανούς και Σκύθες, Μακεδονία και Θεσσαλία, Ελλάδα, Βοιωτία, Λοκρούς και Αιτωλούς, Ακαρνανία, Αχαϊα και Πελοπόννησο, Ήπειρο και Ιλλυρία. Λυχνίτες της Αδριατικής, Ιταλία, Τοσκάνη, Κέλτες και Κελτογαλάτες, Ισπανία μέχρι τα Γάδειρα, Λιβύη, Μαυριτανία και Μαυρουσία, Αιθιοπία, Βελέδα, Σκούδη, Νουμηδία, Αφρική και Αίγυπτο.

Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, και όπου οι άγγελοι υμνούν τον Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέρφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα.

Ευγενείς Βενετοί, αγαπημένα αδέρφια μας, στο όνομα του Χριστού και Θεού μας, γενναίοι, δυνατοί και έμπειροι στρατιώτες που πολλές φορές σκοτώσατε αμέτρητους αγαρηνούς με τα κοφτερά σπαθιά και με τη χάρη του Θεού, κάνοντας το αίμα τους να τρέξει σαν ποτάμι στα χέρια σας, σας παρακαλώ σήμερα να υπερασπίσετε με όλη σας την ψυχή αυτήν την πόλη που βρίσκεται σε τόσο άσχημη κατάσταση. Ξέρετε καλά ότι πάντοτε την είχατε σαν δεύτερη πατρίδα και μητέρα σας. Γι’ αυτό σας παρακαλώ και πάλι να φερθείτε σαν φίλοι, ομόπιστοι και αδέρφια μας στις δύσκολες στιγμές που περνάμε.

Εντιμότατοι Λιγούριοι, αδέρφια μας, γενναίοι και ένδοξοι πολεμιστές, ξέρετε και καταλαβαίνετε ότι η δυστυχισμένη αυτή πόλη δεν ήταν μόνο δική μου, αλλά και δική σας για πολλούς λόγους. Πολλές φορές τη βοηθήσατε πρόθυμα και τη σώσατε από τους αγαρηνούς εχθρούς της. Να όμως που ήρθε πάλι η στιγμή να δείξετε την αγάπη σας προς το Χριστό, βοηθώντας τη με την γενναιότητά και την ανδρεία σας. Δεν υπάρχει χρόνος για περισσότερα λόγια. Παραδίδω στα χέρια σας το ταπεινό μου σκήπτρο για να το φυλάξετε με αγάπη. Σας παρακαλώ να δείξετε αφοσίωση και υπακοή στους στρατηγούς σας, τους δημάρχους και τους εκαντόταρχους. Να αγωνιστείτε όλοι σύμφωνα με τη θέση και το αξίωμά σας. Να έχετε υπόψη σας ότι, αν κάνετε με πίστη όσα σας είπα, έχω την ελπίδα ότι ο Θεός θα απαλλάξει όλους εμάς τους αμαρτωλούς για μία ακόμη φορά από τη δίκαιη απειλή Του. Μας περιμένει στον ουρανό το αμάραντο στεφάνι και στη γή η αιώνια δόξα.
Λοιπόν αδέρφια και συμπολεμιστές μου, να είστε όλοι έτοιμοι το πρωί. Με τη δύναμη που μας δίνει ο Θεός και τη βοήθεια της Αγίας Τριάδας, στην οποία στηρίζουμε όλες μας τις ελπίδες, ας κάνουμε τους εχθρούς μας να φύγουν νικημένοι από την πόλη μας».

Μετά τον λόγο αυτό, ο αυτοκράτορας προσευχήθηκε στο ναό της Αγίας Σοφίας και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Αγκάλιασε όσους βρίσκονταν την ώρα εκείνη μέσα στον ιερό ναό και ζήτησε συγχώρεση αν ποτέ είχε πικράνει ή αδικήσει κάποιον. Σύμφωνα με τον Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς «ως χριστιανός αυτοκράτορας, και χριστιανός στρατιώτης, προετοιμαζόταν, ενώπιον του λαού του, να εμφανιστεί μπροστά στον Θεό».

Πηγές:

1) Γεώργιος Σφραντζής, Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις Εάλω, το χρονικό της πολιορκίας και της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης

2) Τσέντομιλ Μιγιάτοβιτς, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, η τελευταία νύχτα της Πόλης.

Source: Η τελευταία νύχτα πριν την Άλωση και ο λόγος του Παλαιολόγου – Ελληνικά Χρονικά

Η Μάχη του Σκρα – Ο “εκ του συστάδην και δια της λόγχης” αιματηρός θρίαμβος του Ελληνικού στρατού.

Σαν σήμερα, στις 17 Μαΐου 1918 (30 Μαΐου με το νέο ημερολόγιο), ο ελληνικός στρατός νίκησε τον βουλγαρικό στην περιοχή Σκρα του Κιλκίς,  κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Υπήρξε η σπουδαιότερη απ’ όσες μάχες έγιναν την άνοιξη εκείνης της χρονιάς στο Μακεδονικό Μέτωπο και η πρώτη εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων σε μια μεγάλης κλίμακας επιχείρηση.

«Θρίαμβος της ελληνικής λόγχης», τιτλοφορούσε ο Τύπος την πρώτη και νικηφόρα εμπλοκή των ελληνικών δυνάμεων στη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα ρεπορτάζ των εφημερίδων συμπληρωνόταν και από αμέτρητα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα που εξυμνούσαν τους Έλληνες στρατιώτες. Το «Σώμα Στρατού Εθνικής Αμύνης» που είχε δημιουργηθεί από τον Ε. Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη, υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Εμμανουήλ Ζυμβρακάκη, έδωσε το Μάιο του 1918 την πρώτη κρίσιμη μάχη του στο πλευρό της Αντάντ.

Η «Αντάντ» ή «Τριπλή Συνεννόηση» ήταν η στρατιωτική συμμαχία μεταξύ Γαλλίας, Αγγλίας, Ρωσίας που συγκρούστηκε στο Α’ παγκόσμιο πόλεμο με την συμμαχία των Κεντρικών Δυνάμεων, Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας. Στο πλευρό των Γερμανών συμπαρατάχθηκαν και οι Βούλγαροι οι οποίοι ότι δεν μπόρεσαν να καταφέρουν στους Βαλκανικούς πολέμους, προσπάθησαν να το κερδίσουν σε εδάφη στο Α΄παγκόσμιο. Στην αρχή του πολέμου ο αγγλογάλλοι εξαιτίας των ισχυρών βουλγαρικών δυνάμεων στη περιοχή, δεν μπόρεσαν να συνενωθούν με τις σύμμαχες σερβικές δυνάμεις και αναγκάστηκαν να συμπτυχθούν νότια των ελληνικών συνόρων. Έτσι τον Δεκέμβριο του 1915 δημιούργησαν το λεγόμενο «Περιχαρακωμένο Στρατόπεδο Θεσσαλονίκης», όπου παρέμεναν μέχρι νεωτέρας εντολής.

Η Μάχη του Σκρα έγινε το τελευταίο χρόνο του πολέμου σε υψόμετρο 1.097 μέτρα, δυτικά του ποταμού Αξιού στον νομό Κιλκίς. Ήταν πρώτη μεγάλη αναμέτρηση στο λεγόμενο μακεδονικό μέτωπο στο οποίο οι αγγγλογάλλοι πολέμησαν μαζί με τον ελληνικό στρατό.

Αξιωματικοί της μεραρχίας Αρχιπελάγους απέναντι από το ύψωμα του Σκρα ντι Λέγκεν. Τα τμήματα εφόδου πολέμησαν με λόγχες και χειροβομβίδες και διακρίθηκαν σε μάχες σώμα με σώμα.

Η επίθεση του ελληνικού στρατού 17 Μαΐου 1918

Στη περιοχή αυτή οι κεντρικές δυνάμεις είχαν στρατοπεδεύσει από το 1915 και ήταν ενισχυμένες με ανθεκτικά καταφύγια και συρματοπλέγματα. Το ύψωμα  ήταν ισχυρά οχυρωμένο και είχε εξοπλιστεί με πολυβόλα και όλμους. Οι Βούλγαροι διέθεταν 88 πυροβόλα στην περιοχή του χωριού Ούμα και 52 στην περιοχή της Γευγελής.

Ο στρατηγός Γκιγιομά, που μόλις είχε διαδεχτεί τον στρατηγό Σαράιγ στη Θεσσαλονίκη, εκπόνησε σχέδιο γενικής επίθεσης το οποίο θα εκτελούσαν από κοινού Γάλλοι και Έλληνες: Μια Γαλλική Μεραρχία και το ελληνικό Σώμα Στρατού Εθνικής Άμυνας, που αποτελούνταν από τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, τη Μεραρχία Κρήτης και τη Μεραρχία Σερρών. Η ελληνική δύναμη διέθετε 14.546 στρατιώτες στο πεζικό, τους οποίους υποστήριζαν 287 βαρέα και ελαφρά πυροβόλα, ενώ οι Βούλγαροι διέθεταν πέντε συντάγματα πεζικού, υποστηριζόμενα από ισχυρό πυροβολικό. Εφεδρεία θα ήταν το 1ο Σύνταγμα Αφρικανών στον Αρχάγγελο.

ΜΑΧΗ ΤΟΥ ΣΚΡΑ ΧΑΡΤΗΣ
Το σχέδιο του στρατηγού Γκιγιομά προέβλεπε επίθεση σε δύο χρόνους, με εναλλαγή συνταγμάτων. Κατά τον πρώτο θα καταλαμβανόταν το ύψωμα Σκρα και κατά τον δεύτερο χρόνο η γραμμή των υψωμάτων Τουμουλούς-Σερφ Βολάν.

Η κατάληψη των υψωμάτων

Η επίθεση ξεκίνησε στις 16 Μαΐου 1918. Η βροχή και τα σύννεφα ευνοούσαν την επίθεση, καθώς με αυτές τις συνθήκες τα εχθρικά παρατηρητήρια δεν είχαν καλή ορατότητα. Η μεραρχία Αρχιπελάγους μέσα σε μιάμιση ώρα από τη στιγμή της έναρξη της επίθεσης κατάφερε να καταλάβει τα υψώματα Σκρα ντι Λέγκεν, Τουμουλούς και Σερφ Βολάν, δίνοντας σκληρές μάχες. Την ίδια ώρα εξόρμησε η μεραρχία Κρήτης εναντίον των υψωμάτων στα ανατολικά του Σκρα και μέχρι το μεσημέρι κατελήφθησαν όλες οι προβλεπόμενες θέσεις. Η μεραρχία Σερρών κατέλαβε τα υψώματα Λαγκαδιά–Σαγράδα–Μπλοκ Ροσέ, χωρίς να συναντήσει ιδιαίτερη αντίσταση. Επιπλέον, προσέφερε βοήθεια στην μεραρχία Αρχιπελάγους, όταν εκείνη αντιμετώπιζε δυσκολίες στην κατάληψη του υψώματος Τουμουλούς. Συνολικά, τα κέρδη της επίθεσης ήταν η προώθηση του συμμαχικού μετώπου σε βάθος 2 χλμ. και σε πλάτος 13 χλμ. Συνελήφθησαν 1.835 Βούλγαροι αιχμάλωτοι και λεηλατήθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.

Η νίκη των Ελλήνων στη μάχη του Σκρα ήταν πανηγυρική. Το τίμημα ωστόσο υπήρξε βαρύ.Οι απώλειες της μάχης ήταν 2.204 τραυματίες, 164 αγνοούμενοι και 441 νεκροί, μεταξύ των οποίων και ο ταγματάρχης του πρώτου τάγματος του πέμπτου συντάγματος της μεραρχίας Αρχιπελάγους, Βασίλειος Παπαγιάννης. Το μεγαλύτερο φόρο αίματος πλήρωσε η Μεραρχία Αρχιπελάγους, η οποία ανέλαβε το κύριο μέρος της επίθεσης. Οι νεκροί για τους αντιπάλους υπολογίζονται σε περίπου πεντακόσιους άνδρες.

Μνημείο της μάχης του Σκρα με τους πεσόντες. Δεξιά η προτομή του ταγματάρχη Βασιλείου Παπαγιάννη που ήταν ο πρώτος αξιωματικός της μεραρχίας Αρχιπελάγους που έπεσε στη μάχη.

Η αναγνώριση από τους Συμμάχους και οι διακρίσεις.

Η νικηφόρα έκβαση στη μάχη του Σκρα εντυπωσίασε τους συμμάχους καθώς οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν σε μικρό χρονικό διάστημα να διασπάσουν την βαριά οχύρωση των βουλγαρικών δυνάμεων. Η μάχη του Σκρα ήταν η πρώτη επιχείρηση του στρατηγού Γκιγιομά στο μέτωπο. Πρώτη και νικηφόρα. Ο στρατηγός Γκιγιομά εξύμνησε τον ελληνικό στρατό για τη περήφανη νίκη του και το χαρακτήρισε «πεζικό απαράμιλλης ανδρείας και έξοχης ορμητικότητας». Με εντολή του ο διοικητής του 1ου Συντάγματος Σερρών,ταγματάρχης Κονδύλης Γεώργιος, προήχθη σε αντισυνταγματάρχης και παρασημοφορήθηκε από τους Γάλλους με το παράσημο της Λεγεώνας της Τιμής, από τους Βρετανούς με το παράσημο του Λευκού Αετού μετά ξιφών και από την Ελλάδα με τον Πολεμικό Σταυρό Α’ Τάξεως. Το ίδιο συνέβη και με τον Νικόλαο Πλαστήρα.

Με μια άλλη ακόμη διαταγή του, ο Γκυγιομά εγκωμίασε τη Μεραρχία Αρχιπελάγους, που είχε αναλάβει την κυρία προσπάθεια. Στην ίδια διαταγή τόνιζε ότι ήταν υπερήφανος που διοικούσε τέτοιους αξιωματικούς και οπλίτες. Τα συγχαρητήρια τηλεγραφήματα που στέλνονταν για τη θριαμβευτική νίκη ήταν αμέτρητα. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεχόταν ευχές για «την απαράμιλλη ανδρεία του στρατού του», ενώ ο στρατηγός Εμμανουήλ Ζυμβρακάκης συγχαρητήρια για τη «λαμπρή νίκη των ελληνικών δυνάμεων».

Ο θρίαμβος στη μάχη του Σκρα συνέβαλε σημαντικά στην τελική νικηφόρα έκβαση του πολέμου στο Μακεδονικό Μέτωπο, εξασφάλισε την εμπιστοσύνη των συμμάχων στον ελληνικό στρατό και αναπτέρωσε το ηθικό της διαιρεμένης Ελλάδας.

 

Source: Η Μάχη του Σκρα – Ο “εκ του συστάδην και δια της λόγχης” αιματηρός θρίαμβος του Ελληνικού Πεζικού – ArmyNow.Net

Η ηρωική Έξοδος του Μεσολογγίου. 10 Απριλίου 1826

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ’γω στο χέρι;
Οπού συ μου ’γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

(Απόσπασμα από τους Ελεύθερους Πολιορκημένους
του Διονύσιου Σολωμού)

Δύο χρόνια μετά το ξέσπασμα και τη νικηφόρα πορεία της επανάστασης στην Ελλάδα, ο κίνδυνος να χαθούν εδάφη για την Οθωμανική αυτοκρατορία, να δημιουργηθεί ανεξάρτητο κράτος στα δυτικά και να πάρει φωτιά ολόκληρη η Βαλκανική είναι πλέον ορατός για τον Σουλτάνο. Τον Μάρτη του 1823 ο Σουλτάνος Μαχμούτ ο Β΄ ζητά από τον ημιαυτόνομο πασά της Αιγύπτου, τον Μοχάμετ Αλι, να αναλάβει την καταστολή της ελληνικής επανάστασης με αντάλλαγμα την παραχώρηση της Κρήτης και το πασαλίκι της Συρίας.

Στην αρχή ο Μαχμούτ ζητά από τον Μοχάμετ Αλι να καταστείλει την κρητική εξέγερση. Την άνοιξη του 1823 μια μοίρα του αιγυπτιακού στόλου και μερικά συντάγματα αποβιβάζονται στα Χανιά. Γρήγορα καταστέλλουν την εξέγερση και αμέσως ανταμείβεται με το πασαλίκι της Κρήτης και της Κύπρου.

Στις 16 Γενάρη 1824 ένα φιρμάνι του σουλτάνου αποκαλεί τον Μοχάμετ Αλι «εξολοθρευτή των Απίστων» και του αναθέτει να «ειρηνεύσει» την Ελλάδα για λογαριασμό της Πύλης.

Ο πασάς της Αιγύπτου, σε αντίθεση με την Πύλη, διαθέτει σύγχρονο στρατό εκπαιδευμένο και οργανωμένο στα ευρωπαϊκά πρότυπα, με πολλούς Γάλλους, Ιταλούς και Γερμανούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς να υπηρετούν στο στρατό και το ναυτικό του. Ιδιαίτερα μετά την καταστροφή του Ναπολέοντα και την παλινόρθωση της μοναρχίας στη Γαλλία, καταδιωκόμενοι, κυρίως , καρμπονάροι και αντιμοναρχικοί επαναστάτες βρήκαν καταφύγιο στον Αίγυπτο.

Στις 17 Ιούλη 1824, ο Ιμπραήμ, θετός γιός του Μοχάμετ Αλι, με επιτελάρχη τον Γάλλο συνταγματάρχη Σεβ, ο οποίος ονομάζεται πλέον Σουλεϊμάν πασάς, αποπλέει από την Αλεξάνδρεια με 51 πολεμικά πλοία, εκατόν σαράντα έξι μεταγωγικά, 18.000 άνδρες (24 τάγματα πεζικού – 10 πυροβολαρχίες) και 800 άλογα (15 ίλες ιππικού). Μετά από επιχειρήσεις, σε συντονισμό με τον τουρκικό0 στόλο, στα νησιά του Αιγαίου, Κάσος, Ψαρά, Κρήτη κλπ, αποβιβάζεται στις 12 Φλεβάρη 1825, στη Μεθώνη. Η επιχείρηση κατάληψης της Πελοποννήσου είχε αρχίσει.

Τραγική ειρωνεία είναι ότι στρατευμένοι κάτω από τις σημαίες της πιο σκοτεινής μοναρχίας, της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιμοναρχικοί δημοκρατικοί αξιωματικοί και στρατιώτες, ρίχτηκαν στη μάχη για να καταπνίξουν τη τελευταία εστία που είχε απομείνει από την φωτιά που είχε ανάψει ο διαφωτισμός στην Ευρώπη.

Το τουρκοαιγυπτιακό σχέδιο για να πετύχει, παράλληλα με τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Μοριά, απαιτούσε την οργάνωση επιδρομών και επιθέσεων στη Ρούμελη στις πόλεις και περιοχές που κατείχαν οι επαναστατημένοι Ελληνες. Βασικοί στόχοι η Αθήνα, ανατολικά, και το Μεσολόγγι δυτικά.

Το Μεσολόγγι βρίσκονταν στα χέρια των Ελλήνων από την κήρυξη της επανάστασής του, στις 20 Μάη 1821. Πρώτη φορά το Μεσολόγγι πολιορκήθηκε για δυο μήνες, τον Νοέμβρη του 1822, όταν ο Ομέρ Βρυώνης και ο Ρεσίτ Μεχμέτ, γνωστός ως Κιουταχής, επιτέθηκαν στη πόλη και την πολιόρκησαν μέχρι που αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία και να φύγουν άπρακτοι στις 31 Δεκέμβρη 1822.

Στις 15 Απρίλη 1825 ο Κιουταχής Ξεκινάει από τα Γιάννενα με 20.000 Αρβανίτες και στις 17 Απρίλη κύκλωσε το Μεσολόγγι. Η πολιορκία είχε ξεκινήσει.

Από τη στεριά το Μεσολόγγι προστατευόταν από ένα χωματότοιχο και από τέσσερις προμαχώνες. Οι Μεσολογγίτες, μετά την πρώτη πολιορκία, με την καθοδήγηση του μηχανικού Κοκκίνη, είχαν ενισχύσει καλά τα αμυντικά χαρακώματα. Πίσω από την τάφρο και το χαράκωμα της πρώτης γραμμής, άνοιξαν μια δεύτερη τάφρο κι ακόμα ένα χαράκωμα.  Επίσης ήταν οχυρωμένα και τα νησάκια της λιμνοθάλασσας που σχηματίζεται μπροστά από την πόλη.

Υπήρχαν και 48 κανόνια στο κάστρο, 2 όλμοι, 2 βομβιβόλοι και 4.000 πολεμιστές που ενισχύονταν από τους πολίτες. Υπήρχαν ακόμα και 12.000 γυναικόπαιδα μέσα στο Μεσολόγγι.

Ο Κιουταχής ξεκίνησε μαζικές επιθέσεις και βομβαρδισμούς, επιχείρησε και στενό αποκλεισμό από τη θάλασσα, αλλά δεν τα κατάφερε. Ο Μιαούλης με τον ελληνικό στόλο μπόρεσε αρκετές φορές και έσπασε τον αποκλεισμό και τροφοδότησε τους ηρωικούς υπερασπιστές του Μεσολογγίου με τρόφιμα και πυρομαχικά. Οι πολιορκούμενοι κατάφεραν και οργάνωσαν αντεπιθέσεις , όπως εκείνη στις 24 Ιούλη 1825, ύστερα από συνεννόηση με τους οπλαρχηγούς της ανατολικής Ρούμελης – κυρίως με τον Καραϊσκάκη – βγήκαν από το κάστρο και χτύπησαν το τουρκικό στρατόπεδο, ενώ ο Καραϊσκάκης χτυπούσε από την έξω μεριά αναγκάζοντας τον Κιουταχή που έχασε πολύ στρατό να τραβηχτεί στο διάσελλο του Ζυγού και να περάσει στην άμυνα.

Στο μεταξύ ο Ιμπραήμ που πήρε νέες ενισχύσεις και νέες υποσχέσεις από τον Σουλτάνο, περνά από το Ρίο στη Στερεά με 10.000 στρατό. Ετσι από τις 25 Δεκέμβρη ενώνεται με το στρατό του Κιουταχή και ξαναρχίζουν οι επιθέσεις.

Η πείνα

Από τις αρχές του 1826 η άμυνα των Μεσολογγιτών άρχισε να κλονίζεται. Ο αποκλεισμός εντάθηκε, η πείνα άρχισε να γίνεται πιεστική. Τα τρόφιμα ήταν λιγοστά, οι τραυματίες έμεναν δίχως φάρμακα. Στις 7 Γενάρη ο Ανδρέας Μιαούλης έσπασε τον αποκλεισμό κι έφερε τρόφιμα, πυρομαχικά και φάρμακα. Τον ξανάσπασε μερικές φορές ακόμα μέχρι τα μέσα του Γενάρη.

Στις 25 Φλεβάρη πέφτει στα χέρια των πολιορκητών το νησάκι Βασιλάδι. Η πείνα έγινε αφόρητη, άρχισε να θερίζει του πολιορκημένους.

Ο Δημήτρης Φωτιάδης περιγράφει:

«Από τα μέσα του Φλεβάρη σε πολλά σπίτια έλειψε το ψωμί. Μια Μεσολογγίτισσα, Βαρβαρένα τη λέγανε, που γιατροπόρευε τον άρρωστο αδερφό μου Μήτρο, τέλειωσε την τροφή της και μυστικά, μαζί με δυο άλλε φαμελιές, σφάξανε ένα γαϊδουράκι και το φάγανε. Τους πέτυχα την ώρα που το τρώγανε. Τους ρώτησα που βρήκατε το κρέας και τρόμαξε η ψυχή μου άμα άκουσα πως είτανε γαϊδούρι,

Μια συντροφιά αγωνιστές από τα Κράβαρα είχανε ένα σκύλο και κρυφά τονε σφάξανε και τον μαγείρεψαν. Μαθεύτηκε κι αυτό.

Μέρα τη μέρα αβγάτιζε η πείνα κ’ έπεσε η πρόληψη να μην τρώνε ακάθαρτα κι άρχισαν πια ολοφάνερα να σφάζουν άλογα, μουλάρια και γαϊδούρια, ακόμα και να τα πουλάνε μια λίρα την οκά – και ποιος να πρωτοπάρει! Τρεις μέρες περάσανε και πάνε κι αυτά τα ζά.»

Ο Κασομούλης στα «Ενθυμήματα Στρατιωτικά» περιγράφει:

«Ο συνεργάτης  του Κου Γ. Μεσθενέα, τυπογράφου, καθήμενος εις την οικίαν μας, έσφαξεν και έφαγεν μίαν γάταν και έβαλεν τον ψυχογιόν του Στουρνάρη και εσκότωσεν άλλην μία. Τούτος υπέμνησεν εις τους άλλους και εις ολίγας ημέρας γάτα δεν έμεινεν. Ο Αγιομαυρίτης ιατρός εμαγείρευσεν τον σκύλον του… Οι στρατιώτες  πλέον αυθαδίασαν και άρπαζαν οποιονδήποτε σκύλον ή γάτα εύρισκαν εις τον δρόμον. Αλογα δεν είχαν μείνει… Αρχίσαμε, περί τας 15 Μαρτίου ταις πικραλήθραις, χορτάρι της θάλασσας, το εβράζαμεν πέντε φοραίς έως ότου έβγαινεν η πικράδα… Εδόθησαν και εις τους ποντικούς, πλην ήτον ευτυχής όστις εδύνατο να πιάση έναν. Βατράχους δεν είχαμεν, κατά δυστυχίαν…»

Η έξοδος

Κάτω από αυτές τις συνθήκες οι πολιορκημένοι απελπίστηκαν. Οι παπάδες δεν άδειαζαν να πηγαινοέρχονται στα νεκροταφεία και οι νεκροθάφτες να σκάβουν.

Στις 31 Μάρτη, σε μυστική σύσκεψη, οι οπλαρχηγοί αποφάσισαν την έξοδο. Την αυγή, στις 9 Απρίλη, μαζεύτηκαν στο σπίτι του Τζαβέλα για να συζητήσουν τις λεπτομέρειες και να βρουν τρόπο να ειδοποιήσουν τον κόσμο χωρίς να τους πάρουν είδηση οι εχθροί. Στη σύσκεψη πήραν μέρος οι ανώτεροι αξιωματικοί, τα κεφάλια του τόπου και ο αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ.

Υστερα από μια ώρα διαβουλεύσεων αποφάσισαν:

να σκοτώσουν καθένα που είτε από δειλία είτε από φιλοζωία θα μπορούσε να τους προδώσει

να εκτελέσουν όλους τους αιχμαλώτους, Τούρκους και χριστιανούς και όποιον είχε ο καθένας κοντά του και τον υποψιαζόταν.

Οι αποφάσεις εκτελέστηκαν αμέσως. Υστερα συζήτησαν για τις οικογένειές τους και τα μικρά παιδιά που σίγουρα θα κλαίγανε την ώρα της εξόδου και θα έβαζαν σε κίνδυνο όλη την επιχείρηση. Ομόφωνα πήραν την σκληρή απόφαση:

«Αποφάσισαν όλοι να σκοτώσουμε όλες τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά, δίχως να χαριστούμε σε κανέναν, για να μη φανερωθούμε από τις φωνές τους και δε μείνει ούτε ψυχή ζωντανός, κι ούτε, έτσι, να πέσουν σκλάβοι στα χέρια του εχθρού. Μα όπως θα λιγοψυχούσε κάθε πατέρας κι αδερφός, συμφώνησαν να σφάξει ο ένας τ’ αλλουνού τη φαμελιά».

Τότε σηκώθηκε συγκινημένος ο Αρχιερέας Ρωγών Ιωσήφ και είπε:

«Εν ονόματι της Αγίας Τριάδος, είμαι αρχιερεύς! Αν τολμήσετε να πράξετε τούτο, πρώτον να θυσιάσετε εμένα! Και σας αφήνω την κατάρα του Θεού και της Παναγίας και όλων των Αγίων – και το αίμα των αθώων να πέσει στα κεφάλια σας!»

Με τις κατάρες και τα λόγια του το ξανασκέφτηκαν και αποφάσισαν να ποτίσουν αφιόνι τα μικρά παιδιά ώστε να ζαλιστούν και να κοιμηθούν βαριά.

Για τους πολύ γέροντες, του πληγωμένους και τους αρρώστους, 600 περίπου άτομα, αποφάσισαν να παραμείνουν στην πόλη, να οχυρωθούν στα πιο γερά σπίτια και να δώσουν τη μάχη μέχρι τέλους, αφού δεν είχαν καμιά πιθανότητα να επιζήσουν.

Η έξοδος ορίστηκε για το βράδυ του Σαββάτου προς Κυριακή των Βαΐων, 10 Απρίλη 1826, δύο ώρες μετά τη δύση του ήλιου. 3.000 περίπου μαχητές και 6.000 γυναικόπαιδα χωρισμένοι σε τρία σώματα με αρχηγούς τον Νότη Μπότσαρη, τον Κίτσο Τζαβέλα και τον Δημήτρη Μακρή βγήκαν από το κάστρο. Τους ακολουθούσαν οι γυναίκες που φόρεσαν αντρικά ρούχα και κρατούσαν το όπλο στο χέρι, μαζί με τα παιδιά και τους γέροντες.

Ξεχύθηκαν οι απελπισμένοι ελεύθεροι πολιορκημένοι να περάσουν μέσα από τις τουρκοαιγυπτιακές γραμμές. Θερίστηκαν αλλά και σκόρπισαν το θάνατο ανοίγοντας δρόμο με τα σπαθιά τους. Μια κολώνα από τις τρεις, εκείνη με τα περισσότερα γυναικόπαιδα, δεν τα κατάφερε. Κάποιος φώναξε «Πίσω! Πίσω!» δημιουργήθηκε σύγχυση, έσπασε το σώμα στα δυο και οι περισσότεροι γύρισαν πίσω στη πόλη.

Από τους 3.000 μαχητές, 1.700 έπεσαν νεκροί. Μόλις 1.300 σώθηκαν. Από τους αμάχους, 5.000 σκοτώθηκαν μέσα στη νύχτα. Πέρασαν μόνο 13 γυναίκες μαζί με 3 – 4 παιδιά.

Άλλα 6.000 γυναικόπαιδα στάλθηκαν στα σκλαβοπάζαρα της Πόλης και της Αλεξάνδρειας.

Οι Τούρκοι μπήκαν στο Μεσολόγγι. Οδομαχίες και πόλεμος σπίτι με σπίτι. Οι πολιορκημένοι έβαζαν φωτιά στο μπαρούτι, όταν δεν μπορούν ν’ αμυνθούν άλλο. Σκοτώνονταν, παίρνοντας μαζί τους όσους περισσότερους από τους εχθρούς μπορούσαν.

Ο Χρίστος Καψάλης, πρόκριτος και μπαρουτοκαπνισμένος μαχητής και στις δυο πολιορκίες, οχυρώθηκε στο σπίτι που είχε μετατρέψει σε μπαρουταποθήκη. Πολέμησε παλικαρίσια αλλά οι Τούρκοι ήταν αμέτρητοι.  Όταν τελικά μπήκαν μέσα, οι κλεισμένοι καταλαβαίνουν πως έφτασε η ύστατη στιγμή. Ο Καψάλης με αναμμένο δαδί πλησιάζει τα μπαρουτοβάρελα, βάζει φωτιά κι ανατινάχτηκε στον αέρα, παίρνοντας μαζί του κι όσους από τους εχθρούς είχαν πλησιάσει.

Το πρωί, κάθε αντίσταση είχε καμφθεί. Το Μεσολόγγι είχε πέσει. Ύψωσαν την τουρκική σημαία στις 11 Απρίλη του 1826.

Σαν ξημέρωσε η 13 του Απρίλη είκοσι σπίτια μείνανε όλα κι όλα όρθια στο Μεσολόγγι. Στις πλατείες στα χαντάκια, στα στενοσόκακα χιλιάδες οι σκοτωμένοι και στη λιμνοθάλασσα πλέουν αμέτρητα κουφάρια.

Ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ βγάζουν το τελευταίο τους μπουγιουρντί: να μαζευτούν όλα τα κουφάρια, να σκαφτούν οι τάφοι, να ξεθάψουν τους νεκρούς, να κάνουν σωρούς για να τα κάψουν. Προηγουμένως όμως βάζουν ανθρώπους να κόβουν και να μαζεύουν τα αφτιά των νεκρών, τα αρμαθιάζουν και τα παστώνουν με αλάτι μέσα σε βαρέλια για να στείλουν πεσκέσι στον Σουλτάνο κι απόδειξη για το πόσο μεγάλη ήταν η εξολόθρευση των γκιαούρηδων που πήγαν να χαλάσουν το δοβλέτι. Μάζεψαν έτσι τρεις χιλιάδες ζευγάρια αυτιά.

Μπαίνουν τέλος στο Μεσολόγγι ο Κιουταχής και ο Ιμπραήμ, συνοδευόμενοι από τους ξένους αξιωματικούς και από τους Πρόξενους στην Πάτρα της Αγγλίας, ο Φίλιπ Τζέιμ Γκρην, και της Αυστρίας, ο αβάς Δον Μικαρέλι, που έτρεξαν, μόλις μάθανε ότι έπεσε το Μεσολόγγι, να συγχαρούν τους πασάδες.

«Αυτό στάθηκε το τέλος του Μεσολογγίου», σημειώνει ο Φωτιάδης. «Μήτε τα τόσα ασκέρια, μήτε οι τόσες αρμάδες, μήτε οι τόσες τέχνες των Ευρωπαίων, μήτε η αρρώστια μπόρεσαν να γονατίσουν τους υπερασπιστές του. Τους λύγισε η πείνα, που κανείς αντρειωμένος δεν τη νίκησε ποτέ. Μα ούτε και τότε παραδόθηκαν. Προτίμησαν να μείνουν λεύτεροι».

Η νίκη αυτή στο Μεσολόγγι και η κατάληψη της Αθήνας που ακολούθησε, έμοιασε να σημαίνει το τέλος της εξέγερσης. Αντίθετα όμως αυτή η σφαγή ταρακούνησε τους λαούς του κόσμου και σήμανε την αρχή της τελικής επικράτησης της Ελληνικής Επανάστασης.

 

 

ΠΗΓΕΣ:

— Γ. Κορδάτου, «Μεγάλη Ιστορια της Ελλάδας» τόμος Χ, Εκδόσεις 20ος αιώνας.
–Δημήτρη Φωτιάδη, «Το Μεσολόγγι», Εκδόσεις Δωρικός.
– Νικολάου Κασομούλη, «Ενθυμήματα Στρατιωτικά της Επαναστάσεως των Ελλήνων 1821 – 1833», Χορηγία Παγκείου Επιτροπ0ής, Αθήναι 1941
— Ζιλμπέρ Σινουέ, «Μοχάμετ Αλι – ο τελευταίος φαραώ της Αιγύπτου», εκδόσεις Ψυχογιός

Source: Η ηρωική Εξοδος του Μεσολογγίου | Ημεροδρόμος

6-10 Απριλίου 1941. Η Μάχη των Οχυρών της «Γραμμής Μεταξά»  «Τα οχυρά δεν παραδίδονται. Καταλαμβάνονται»

Ξεδιπλώνοντας το κουβάρι της ιστορίας , οι μνήμες γυρίζουν πίσω, , όταν οι Έλληνες στρατιώτες ,υπερασπιστές των οχυρών, γραφούν με κιμωλία στο τοίχο “Στις Θερμοπύλες σκοτώθηκαν οι 300, εδώ θα πεθάνουν οι 80”. Τόσοι ήταν περίπου, μέσα στο οχυρό, με τους περισσότερους εξ αυτών, να είναι τραυματισμένοι και αποκαμωμένοι από το τελευταίο πεντάμηνο που έζησαν στο αλβανικό μέτωπο εναντίον των Ιταλών. Ο πολυάριθμος γερμανικός αντίπαλος με τον υπερσύγχρονο πολεμικό εξοπλισμό, δεν τους φόβισε, τους ώθησε ως αγρίμια να υπερασπίσουν την πατρίδα τους με άπλετη αυτοθυσία και αξιοπρέπεια μέχρι την τελευταία στιγμή. «Τα οχυρά καταλαμβάνονται, δεν παραδίδονται» ήταν το «ΜΟΛΩΝ ΛΑΒΕ» του διοικητή του οχυρού Ρούπελ, Τχη Γεώργιου Δουράτσου στην απαίτηση των Γερμανών για παράδοση του οχυρού Ρούπελ.

Το Χρονικό της μάχης του οχυρού Ρούπελ (6 – 9 Απριλίου 1941)

Στις 6 Απριλίου 1941 τις 5:12 π.μ. γερμανικές, ιταλικές και ουγγρικές στρατιωτικές δυνάμεις επιτίθενται κατά της Γιουγκοσλαβίας, ενώ τρία λεπτά αργότερα αρχίζει η γερμανική επίθεση εναντίον της χώρας μας στο μέτωπο Ανατολικής Μακεδονίας (Γραμμή Μεταξά) και Θράκης, μετά την επίδοση τελεσιγράφου από τους Γερμανούς στον πρωθυπουργό Αλέξανδρο Κορυζή. Η οχυρωματική Γραμμή Μεταξά, με μήκος 170 χλμ., εκτεινόταν από τον ποταμό Νέστο ως το όρος Κερκίνη (Μπέλες) κοντά στα σύνορα με τη Γιουγκοσλαβία και την υπερασπιζόταν το Τμήμα Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας (ΤΣΑΜ), το οποίο αποτελούσαν οι 7η, 14η και 17η Μεραρχίες Πεζικού υπό τη διοίκηση του αντιστράτηγου Κωνσταντίνου Μπακόπουλου. Οι οχυρώσεις ήταν σχεδιασμένες να διαθέτουν φρουρά άνω των 200.000 στρατιωτών, όμως λόγω της έλλειψης προσωπικού το συνολικό μέγεθος της φρουράς που υπερασπιζόταν τα οχυρά ήταν περίπου 70.000 άντρες, έχοντας ως αποτέλεσμα την αραιή διάταξη των αμυντικών γραμμών. Το Ρούπελ, το Ρονπέλιον των Βυζαντινών, είναι το μεγαλύτερο οχυρό της “Γραμμής Μεταξά” και ελέγχει την ομώνυμη στενωπό, που σχηματίζεται από τον ρου του Στρυμόνα, ανάμεσα στα βουνά Κερκίνη (Μπέλες) και Άγγιστρο. Το υπεράσπιζαν 27 αξιωματικοί και 950 στρατιώτες με επικεφαλής τον Ταγματάρχη Δουράτσο, παρότι προβλεπόταν δύναμη 44 αξιωματικών και 1353 οπλιτών.

6 Απριλίου Ρούπελ

Η γερμανική επίθεση εκδηλώθηκε στις 05.15 της 6ης Απριλίου. Για τον κανονισμό των βολών πυροβολικού είχε μεταφερθεί στα βόρεια του Στρυμόνα ένα δέσμιο στη γη αερόστατο, η παρουσία του ήταν προκλητική καθώς η ελληνικές δυνάμεις στερούσαν από αεροπορική κάλυψη. Ελάχιστα λεπτά αργότερα άρχισαν οι επιθέσεις από αεροσκάφη στούκας, στόχος τους εκτός από το οχυρό ήταν και το Κέντρο Αντίστασης Καπίνας.

Στα ανατολικά του αριστερού υποτομέα του Συγκροτήματος Σιδηροκάστρου έδρασαν τα γερμανικά τάγματα ΙΙ/125 & ΙΙΙ/125, όπου σύμφωνα με το σχέδιο της επίθεσης έπρεπε πρώτα να καταλάβουν το ύψωμα 350 στο διάκενο των οχυρών Ρούπελ-Καρατάς. Για να μην καταληφθεί το ύψωμα πολέμησαν, η διμοιρία του φυλακίου Κούλας, και του 3ου λόχου προκάλυψης. Εκμεταλλευόμενοι τις πτυχώσεις του εδάφους, οι Γερμανοί έφθασαν σε απόσταση 200 μ. από τα έργα του οχυρού Ρούπελ. Οι υπερασπιστές του οχυρού μαζί με την βοήθεια του Καρατάς και του πυροβολικού κατάφεραν να αποκρούσουν και της τρεις επιθέσεις του τάγματος. Οι Γερμανοί του ΙΙ/125 τάγματος υποβλήθηκαν σε παρόμοιες δοκιμασίες, αλλά ήταν ο μόνος πραγματικός κίνδυνος για τις ελληνικές δυνάμεις καθ’ όλη την διάρκεια του αγώνα. Από τους 100 άντρες πέρασαν οι 60 με μια ομάδα βαρέων πολυβόλων και μια ομάδα διαβιβαστών. Οι υπόλοιποι λόχοι του τάγματος γνώρισαν την καταστροφή. Ο 5ος λόχος σχεδόν διαλύθηκε. Ο 8ος λόχος κατάφερε να περάσει τα ξημερώματα της 7ης Απρίλη και να ενωθεί με τα υπόλοιπα τμήματα, το μεσημέρι , με πολύ μεγάλες απώλειες.

7 Απριλίου

Την αυγή του 7ης Απριλίου συγκροτήθηκαν τρεις περίπολοι του Ρούπελ με αποστολή την εκκαθάριση της περιοχής από τους εχθρούς και την αποκατάσταση της τηλεφωνικής επικοινωνίας. Αποτέλεσμα αυτής της περιπολίας ήταν η σύλληψη 14 αιχμαλώτων με τρεις συσκευές ασυρμάτου και δύο όλμους. Οι αεροπορικοί βομβαρδισμοί, ήταν σφοδροί, με τα στούκας να χρησιμοποιούν βόμβες 500 κιλών. Η υποχώρηση των Γερμανών και οι μικρές απόλυες των Ελλήνων υπερασπιστών ανύψωσαν το ηθικό των Ελλήνων , που υποδεχόντουσαν την « κόλαση» με ζητωκραυγές.

Η παρουσία των Γερμανών στα νότια του οχυρού Ρούπελ σήμανε συναγερμό σ τις ελληνικές δυνάμεις. Η διμοιρία αρμάτων που θα ενεργούσε με το απόσπασμα του Παπαχατζή δεν χρησιμοποιήθηκε λόγω εδαφικών δυσχερειών. Εναντίων των Γερμανών που είχαν καταλάβει το παρατηρητήριο της 7ης πυροβολαρχίας στο ύψωμα Τεπελάρ κινήθηκαν δύο διμοιρίες του 3ου λόχου υπό των Νιάνου και Παπαχατζή υπό τον ανθυπολοχαγού Καρατζά. Μετά από ολοήμερη μάχη, οι ελληνικές δυνάμεις κατάφεραν να απωθήσουν τους Γερμανούς στο ύψωμα Γκολιαμά, ανάμεσα στο χωριό Κλειδί και το λόφο Λουτρών.

8 Απριλίου

Στις 6:00 το πρωί της 8ης Απριλίου το οχυρό Ρούπελ δέχτηκε νέο σφοδρό βομβαρδισμό από την αεροπορία και το πυροβολικό, που συνεχίστηκε όλη την ημέρα. Οι Γερμανοί του ΙΙΙ/125 τάγματος ετοιμάστηκαν για νέα επίθεση με τρεις ομάδες εδάφους και μία διμοιρία σκαπανέων. Για το σκοπό αυτό ενισχύθηκε με δύο διμοιρίες του 13ου και 14ου λόχου. Οι απώλειες του οχυρού την ημέρα αυτή ήταν ένας νεκρός και τέσσερις τραυματίες οπλίτες ενώ οι υλικές ήταν ελάχιστες. Σημαντικές, αντίθετα, ήταν οι απώλειες του εχθρού. Πιο σοβαρή ήταν η κατάσταση στα νότια του οχυρού αφού το ΙΙ/125 γερμανικό τάγμα ενισχύθηκε από την κάθοδο των γερμανών δυνάμεων της 5ης Ορεινής Μεραρχίας στα δυτικά του Στρυμόνα.

9 Απριλίου

Το οχυρό Ρούπελ υπέστη βομβαρδισμούς πυροβολικού και αεροπορίας και την ημέρα αυτή. Μέχρι το μεσημέρι οι βομβαρδισμοί ήταν μικρής έντασης αλλά από τις 14:00 μετατράπηκαν σε σφοδρούς. Στις 12:30, όμως, όταν επρόκειτο να εφορμήσουν τα τμήματα κρούσης, το ελληνικό πυροβολικό εξαπέλυσε στους χώρους εξόρμησης το φονικό πυρ και προκλήθηκαν πολλές και βαριές απόλυες στους Γερμανούς. Μετά από αυτό τα γερμανικά τμήματα άρχισαν να οπισθοχωρούν. Οι απώλειες του οχυρού ήταν πέντε νεκροί και έντεκα τραυματίες. Στις 17:00 προσήλθαν Γερμανοί κήρυκες για να γνωστοποιήσουν την συνθηκολόγηση του Τμήματος Στρατιάς Ανατολικής Μακεδονίας ( ΤΣΑΜ) ζητώντας την παράδοση του οχυρού.

Douratsos_Georgios

Ο διοικητής του, Ταγματάρχης Γεώργιος Δουράτσος απάντησε ότι «τα οχυρά δεν παραδίδονται αλλά καταλαμβάνονται και ότι θα συνεχίσει τον αγώνα στερούμενος άλλων διαταγών». Ο κήρυκας διαβεβαίωσε στην στρατιωτική του τιμή ότι δεν επρόκειτο για απάτη και όρισε συνάντηση για την 6:00 της επόμενης 10/4. Το οχυρό επικοινώνησε με τη Μεραρχία όπου κοινοποίησε την συνθηκολόγηση. Η αντίδραση των ανδρών του οχυρού ήταν ότι ο αγώνας έπρεπε να συνεχιστεί.

Την επομένη μέρα, 10 Απριλίου 1941, έλαβε χώρα η παράδοση του οχυρού. Έξω από το οχυρό ήταν παραταγμένο γερμανικό τμήμα και απέδωσαν τιμές. Ο εντεταλμένος για την παραλαβή του οχυρού Γερμανός αξιωματικός συγχάρηκε τον διοικητή του, Ταγματάρχη Γεώργιο Δουράτσο, διαβεβαιώνοντας τα συγχαρητήρια και το θαυμασμό των ανωτέρων του. Τόνισε μάλιστα ότι για τους Γερμανούς αποτελούσε τιμή και υπερηφάνεια ότι είχαν ως αντίπαλο έναν τόσον ηρωικό στρατό. Οι απώλειες της φρουράς του οχυρού Ρούπελ ανήλθαν σε 44 νεκρούς και 152 τραυματίες.

«… “Ρόδα φυτέψτε αμάραντα ολόγυρα στο χώμα, Υμνώντας τους Αθάνατους ,που κείτονται από κάτω, Εκείνοι το αίμα έδωκαν ,Λεύτεροι Εμείς να ΖΟΥΜΕ” » αναγράφει η τιμητική μαρμάρινη πλάκα φτάνοντας στην κορυφή του Ρούπελ, με τα απομεινάρια των γερμανικών κανονιών να βρίσκονται στους πρόποδες του δοξασμένου λόφου.

Σύμφωνα με την Ιστοσελίδα του Γενικού Επιτελείου Στρατού, το Οχυρό ”Ιστίμπεη” αποτελούσε τμήμα του συγκροτήματος των Οχυρών της Μακεδονίας. Η δύναμη του Οχυρού ήταν 10 Αξιωματικοί και 300 Οπλίτες. Ο διαθέσιμος οπλισμός ήταν 2 πυροβόλα , 1 αντιαρματικό , 1 αντιαεροπορικό , 2 όλμοι , 26 πολυβόλα, 9 οπλοπολυβόλα και 17 βομβιδοβόλα. Επιπλέον ο ατομικός οπλισμός των ανδρών. Το Οχυρό ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” είχε 30 επιφανειακά έργα και 2.297 μ. υπογείων στοών, που αποτελούσαν ένα στεγανό σύνολο.

Στις 05.15 το πρωί της 6ης Απριλίου 1941, τα γερμανικά στρατεύματα που βρίσκονταν στη Βουλγαρία, χωρίς να τηρηθούν τα συνήθη διπλωματικά έθιμα του τελεσιγράφου και της παροχής προθεσμίας προς απάντηση, εισέβαλαν στο ελληνικό έδαφος. Άρχισε ο βομβαρδισμός του Οχυρού ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” με πυροβολικό διαφόρων διαμετρημάτων, ενώ συγχρόνως πυροβόλα ευθυτενούς τροχιάς, ταγμένα επί της μεθορίου, σε αποστάσεις 250 έως 600 μέτρων από αυτή, έβαλαν εναντίον των φατνωμάτων των πολυβολείων.

Την 06:00 το πρωί, πολυάριθμα σμήνη αεροπλάνων καθέτου εφορμήσεως άρχισαν να σφυροκοπούν την επιφάνεια του Οχυρού, καταστρέφοντας το μοναδικό αντιαεροπορικό πολυβολείο, που μέχρι τη στιγμή εκείνη είχε καταρρίψει τέσσερα εχθρικά αεροπλάνα.

Μία ώρα μετά , αφού σταμάτησε ο βομβαρδισμός, ο εχθρός επιτέθηκε με πυκνά κύματα πεζικού. Διεξάγεται σκληρός αγώνας και ολόκληρα εχθρικά τμήματα αποδεκατίζονται. Περίπου στις 8.οο το πρωί, ο εχθρός κατορθώνει να θέσει πόδα επί της επιφανείας του Οχυρού. Προς ανακούφιση των αμυνομένων, διετάχθη το μεσημέρι αντεπίθεση, η οποία τελικά απέτυχε λόγω της τεράστιας υπεροχής του εχθρού σε πυροβολικό και αεροπορία. Κατά τις πρώτες νυκτερινές ώρες, οι Γερμανοί, εισέρχονται στο εσωτερικό του Οχυρού, αλλά μετά από αιματηρό αγώνα εκμηδενίζονται.

Το πρωί της 7ης Απριλίου, βρήκε το Οχυρό ”ΙΣΤΙΜΠΕΗ” να συνεχίζει το σκληρό και επικό αγώνα του. Όλα τα επιφανειακά έργα του Οχυρού έχουν καταστραφεί. Επανειλημμένες απόπειρες των Γερμανών, για κάθοδο εντός των στοών, αποκρούονται με βαριές απώλειες.

Κατόπιν αυτού, οι Γερμανοί φράσσουν τα φατνώματα των πολυβολείων και των υπολοίπων έργων, διοχετεύουν αποπνικτικά αέρια και κατορθώνουν να δημιουργήσουν ανυπόφορη κατάσταση . Οι άνδρες δυσχεραίνονται να αναπνεύσουν και προ της απειλής του θανάτου από ασφυξία, ο Διοικητής του Οχυρού Ταγματάρχης Πικουλάκης Ξάνθος , στις 04.00 το μεσημέρι, διατάσσει την παράδοσή του.

Οι απώλειες κατά το διήμερο αγώνα των υπερασπιστών του Οχυρού, ανήλθαν σε 30 νεκρούς και 70 τραυματίες, ενώ των Γερμανών ήταν πολλαπλάσιες.

Η πτώση του οχυρού Ιστίμπεη σήμανε την προέλαση των Γερμανών στην κοιλάδα του Στρυμώνα. Οι Γερμανοί εισέρχονται στο Σιδηρόκαστρο και δίνεται διαταγή εγκατάλειψης της ελληνικής στρατιωτικής διοίκησης των Σερρών. Για τον ηρωισμό και τη γενναιότητα των υπερασπιστών του Οχυρού ”Ιστίμπεη”, εκφράσθηκαν με θαυμασμό οι Γερμανοί και δήλωσαν απερίφραστα, ότι εάν δεν διέθεταν συντριπτική υπεροχή σε αεροπλάνα, άρματα και αντιαρματικά πυροβόλα, η πτώση του Οχυρού θα ήταν αδύνατη.

Στις 10 Απριλίου 1941, στην πόλη των Σερρών, οι Γερμανοί τοιχοκολλούν προκήρυξη στα γερμανικά, βουλγαρικά και ελληνικά, με την οποία δηλώνουν ότι αγαπούν τους Έλληνες και τον πολιτισμό τους και δεν έρχονται ως εχθροί, αλλά ως ελευθερωτές της Ελλάδος από τους Άγγλους.

___1_~1

Πολεμική σημαία του Ρούπελ μετά τη μάχη. Βρίσκεται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. 

Ακόμα και μετά την παράδοση της Γραμμής Μεταξά από τον Αντιστράτηγο Μπακόπουλο, μεμονωμένα φρούρια συνέχισαν να μάχονται για μέρες και δεν κατελήφθησαν παρά μόνο όταν χρησιμοποιήθηκε βαρύ πυροβολικό εναντίον τους. Ουσιαστικά, όμως, η Γραμμή Μεταξά περισσότερο παραδόθηκε, λόγω της υπερφαλάγγισης και της κύκλωσής της από τους Γερμανούς, παρά κατέρρευσε.

Source: 77 χρόνια μετά την θρυλική Μάχη των Οχυρών της «Γραμμής Μεταξά» (6-10 Απριλίου 1941) – Kalavrytapress

Ποια ήταν η ΕΟΚΑ; 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας της

Η Κύπρος γιορτάζει σήμερα την 59η επέτειο από την έναρξη του αντιαποικιακού αγώνα της ΕΟΚΑ (Εθνική Οργάνωση Κυπρίων Αγωνιστών). Η 1η Απριλίου 1955 ήταν η ημέρα που οι Βρετανοί κατακτητές της Μεγαλονήσου βρέθηκαν αντιμέτωποι με τις αντάρτικες ομάδες που οργάνωσε ο Κύπριος συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας ο οποίος πήρε το ψευδώνυμο «Διγενής». Ο Γρίβας κουβαλούσε στη πλάτη του το στίγμα της δράσης του ως ηγέτης της οργάνωσης «Χ», η οποία είχε κατηγορηθεί για συνεργασία με τους Γερμανούς στην Ελλάδα και για έντονη αντικομμουνιστική δράση την περίοδο των Δεκεμβριανών.

Στόχος του αγώνα που ξεκίνησε η ΕΟΚΑ στη Κύπρο ήταν η ένωση με την Ελλάδα, η οποία τελικώς δεν επετεύχθη καθώς ο αγώνας κατέληξε με τις συμφωνίες Ζυρίχης – Λονδίνου και την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, η οποία αποδείχθηκε θνησιγενής, αφού οι συμφωνίες περιείχαν τον σπόρο του διχασμού και της αντιπαράθεσης μεταξύ ελληνοκυπρίων και τουρκοκυπρίων, με την συνέχιση της βρετανικής στρατιωτικής παρουσίας μέσω των κυρίαρχων βάσεων.

Την 1η Απριλίου 1955 μισή ώρα μετά τα μεσάνυχτα όλες οι πόλεις της Κύπρου ξύπνησαν από τις δυνατές εκρήξεις. Μέλη της ΕΟΚΑ είχαν οργανώσει δολιοφθορές σε στόχους βρετανικών συμφερόντων. Πρώτος νεκρός ο μαθητής Μόδεστος Παντελής ο οποίος σκοτώθηκε από ηλεκτροπληξία ενώ προσπαθούσε να κόψει ηλεκτροφόρα σύρματα, ώστε να διακόψει τον φωτισμό σε βρετανική βάση και να γίνει η επίθεση.

Πρώτος καταζητούμενος ο Γρηγόρης Αυξεντίου, ο οποίος υπήρξε και ο υπαρχηγός της ΕΟΚΑ. Ήταν από τους λίγους αντάρτες με στρατιωτική εμπειρία καθώς είχε υπηρετήσει ως έφεδρος ανθυπολοχαγός στην Ελλάδα. Ο Γρηγόρης Αυξεντίου είχε ίσως το πλέον ηρωικό τέλος από τους ήρωες της ΕΟΚΑ. Μετά από προδοσία εντοπίστηκε το κρησφύγετο του κοντά στο Μοναστήρι του Μαχαιρά. Αφού έβγαλε έξω από το κρυσφύγετο τους συναγωνιστές του έμεινε μόνος του και έδωσε μάχη επί 8 ώρες σκοτώνοντας δεκάδες Άγγλους. Τελικώς για να τον εξουδετερώσουν έριξαν βενζίνη με ελικόπτερα και τον έκαψαν ζωντανό.

Ηρωική μορφή που ξεχώρισε ήταν και αυτή του Κυριάκου Μάτση ο οποίος επίσης εντοπίστηκε σε κρησφύγετο το οποίο είχε προδοθεί. Όταν οι Βρετανοί του ζήτησαν να βγει, αυτός απάντησε ότι θα το έκανε μόνο πυροβολώντας. Τότε τον σκότωσαν με χειροβομβίδες που έριξαν στο κρησφύγετο.

Τα τέσσερα χρόνια του αγώνα γράφτηκαν σελίδες απίστευτου ηρωισμού με τους Βρετανούς να οδηγούν στην αγχόνη και να εκτελούν νεαρά παιδιά που συμμετείχαν στην ΕΟΚΑ. Καραολής, Δημητρίου, Πατάτσος, Παναγίδης… Όλοι στάθηκαν μπροστά στην αγχόνη ψέλνοντας τον εθνικό ύμνο και φωνάζοντας ζήτω η Ελλάδα. Ο τελευταίος που απαγχονίστηκε ήταν ο 18χρονος μαθητές Ευαγόρας Παλληκαρίδης, στον οποίο η σημερινή Βασίλισσα της Αγγλίας Ελισάβετ αρνήθηκε να δώσει χάρη. Οι απαγχονισθέντες για να αποφευχθούν οι λαϊκές αντιδράσεις θάφτηκαν μέσα στο χώρο των φυλακών που σήμερα έχουν γίνει τόπος προσκυνήματος με την ονομασία «Φυλακισμένα Μνήματα».

Πολιτικός ηγέτης της ΕΟΚΑ υπήρξε ο πρώτος Πρόεδρος της Κύπρου Αρχιεπίσκοπος Μακάριος, ενώ μέλη της οργάνωσης διετέλεσαν οι μετέπειτα πρόεδροι Σπύρος Κυπριανού, Γλαύκος Κληρίδης και Τάσσος Παπαδόπουλος. Στον αγώνα δεν συμμετείχε το Κομμουνιστικό Κόμμα της Κύπρου το ΑΚΕΛ και γιατί το ίδιο δεν επιθυμούσε αλλά και γιατί ο Γρίβας ως αντικομμουνιστής το θεωρούσε επικίνδυνο.

Σήμερα σε όλες τις πόλεις της Κύπρου πραγματοποιούνται δοξολογίες και εκδηλώσεις για την επέτειο της 1ης Απριλίου με την υπενθύμιση ότι ο αγώνας για ένωση με την Ελλάδα δεν επιτεύχθηκε, παρά το ότι στο δημοψήφισμα του 1950 το 97% των Κυπρίων είχε ταχθεί υπέρ της ενσωμάτωσης της Μεγαλονήσου στον ελληνικό κορμό. Υπέρ της ένωσης είχαν ψηφίσει ακόμα και οι Τουρκοκύπριοι.

1.    Μαθητικές διαδηλώσεις στη Λευκωσία εναντίον των Άγγλων

2.    Ο Συνταγματάρχης Γεώργιος Γρίβας «Διγενής»

3.    Τα Φυλακισμένα Μνήματα στις Κεντρικές φυλακές στη Λευκωσία δίπλα στην αίθουσα των εκτελέσεων.

4.    Η εφημερίδα «Ελευθερία» για την έναρξη του αγώνα της ΕΟΚΑ

5.    Βρετανοί ξυλοκοπούν στον δρόμο Κύπριους που έγραφαν συνθήματα και μοίραζαν φυλλάδια

6.    Ο πολιτικής ηγέτης της ΕΟΚΑ Αρχιεπίσκοπος Μακάριος και ο στρατιωτικός αρχηγός Γεώργιος Γρίβας

7.    Στο δημοψήφισμα του 1950 το 97% ψήφισε υπέρ της ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα


 

 

Source: Ποια ήταν η ΕΟΚΑ; 1η Απριλίου 1955 ξεκίνησε ο απελευθερωτικός αγώνας της

Βελισάριος

Συζήτηση για την Στρατιωτική Ισχύ, υπό την ευρεία της έννοια, από την οπτική σκοπιά της Ελλάδος

marathon addict uk

The Highs and Lows of a Marathon Addict

Υπέρβαση

Όλη η αλήθεια για το τι μπορεί να καταφέρει ο άνθρωπος

Ακαδημία Ιστορικών Ευρωπαϊκών Πολεμικών Τεχνών

Εκπαίδευση στη χρήση αρχαίας, μεσαιωνικής και αναγεννησιακής σπαθασκίας, καθώς και εκπαίδευση στο μοντέρνο άθλημα της ξιφασκίας.

Βιβλιαράκι

Η προσωπική μου βιβλιοθήκη

OSINT

Mister X - Experienced in OSINT and military analysis. Authors of Spanish weaponry in Yemen. También en español.

MyDistanceLog

Έμψυχον και αεικίνητον

HelMilBooks

Hellenic Military Books

Panos Maltezos Blog

Μια διαδρομή ζωής

Olympic Solution

Η λύση στη κρίση

Ιδιαίτερα μαθήματα ξένων γλωσσών

Εκμάθηση γλωσσών στον χώρο σας

Πόντος και Αριστερά

....... 'μώ τον νόμο σ' !

Συμβουλές Μάρκετινγκ

Αναπτύξτε έξυπνα την επιχείρησή σας

Feltor's Blog

Ανθολογία ιδεών, κειμένων και ενημέρωση

%d bloggers like this: